Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

9/4/13

Den Skaldede Frisør

Ανέμπνευστος έρωτας

Αγγλικός Τίτλος: Love is All You Need
Ελληνικός Τίτλος: Έρωτας Είναι...
2012, Denmark/Sweden/Italy/France/Germany, 116 min
Σκηνοθεσία: Susanne Bier/Σενάριο: Anders Thomas Jensen/Παίζουν: Trine Dyrholm, Pierce Brosnan, Kim Bodnia, Paprika Steen, Sebastian Jessen, Molly Blixt Egelind, Micky Skeel Hansen, Christiane Schaumburg-Müller 

Η Ίντα (Trine Dyrholm), μια συντηρητική Δανέζα κομμώτρια, περνά μια πολύ δύσκολη φάση της ζωής της. Μόλις έχει τελειώσει τη χημειοθεραπεία για καρκίνο του μαστού, ενώ ταυτόχρονα πιάνει τον άντρα της να την απατά με τη γραμματέα του. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά πρέπει να ταξιδέψει στη νότια Ιταλία για να παραστεί στο γάμο της κόρης της με ένα νεαρό Δανό. Στο δρόμο για την Ιταλία γνωρίζει το Φίλιπ (Pierce Brosnan), τον πατέρα του γαμπρού, ένα μεσόκοπο χήρο και σκληρό επιχειρηματία, που δεν έχει ξεπεράσει ακόμα το θάνατο της γυναίκας του. Παρ’ ότι στην αρχή υπάρχει μεταξύ τους μια αμοιβαία αντιπάθεια, η κατάσταση αλλάζει όσο περνάνε οι μέρες και ένας τρυφερός έρωτας αναπτύσσεται. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά…
Αν ήμουν δημοσιογράφος και ήμουν παρών στη συνέντευξη της Susanne Bier στο Φεστιβάλ  Βενετίας όπου πρωτοπαρουσιάστηκε η ταινία, η μοναδική ερώτηση που θα της έκανα θα ήταν για ποιο λόγο αποφάσισε να γυρίσει  το συγκεκριμένο φιλμ. Η απάντηση μοιάζει πραγματικά δύσκολη, αφού η Bier μετά από μεγαλεπήβολα σκοτεινά δράματα με ισχυρές δόσεις κοινωνικής κριτικής (Ουκ επιθυμήσεις τη γυναίκα του πλησίον σου/Brothers, Μετά το γάμο, Ίσως αύριο), με τα οποία έφτασε ως τις βραβεύσεις της Ακαδημίας και το ξενόγλωσσο Όσκαρ, αλλάζει εντελώς προσανατολισμό και σκηνοθετεί μια σχεδόν μπανάλ ρομαντική κομεντί που θα μπορούσε να έχει γυριστεί 50 χρόνια πριν… Εξάλλου η βασική προβληματική της ταινίας, δηλαδή  πώς δύο άνθρωποι που βρίσκονται για κάποιο λόγο σε μια χώρα εντελώς διαφορετική από την πατρίδα τους, μπορούν να ερωτευτούν ο ένας τον άλλον, αφήνοντας πίσω τις κοινωνικές συμβάσεις και τις αναστολές τους , έχει πολυχρησιμοποιηθεί στο παρελθόν. Το κλίμα, η κουλτούρα, τα ήθη και έθιμα του νέου περιβάλλοντος απελευθερώνουν τον άνθρωπο και τον εξωθούν να ζήσει στα άκρα, κάτι που δεν θα έκανε υπό κανονικές συνθήκες. 

Η Ιταλία και γενικότερα η λεκάνη της Μεσογείου υπήρξε πάντα το ιδανικό σκηνικό για τέτοιες ρομαντικές υπερβάσεις, αν και τώρα πια -με την οικονομική κρίση και την κατάθλιψη να στοιχειώνουν ολόκληρη τη νότια Ευρώπη- η προσπάθεια να παρουσιαστεί ο Ιταλικός νότος ως θέρετρο ανέμελης ζωής και ξενοιασιάς όπου ανθίζουν έρωτες πάσης φύσεως, είναι τουλάχιστον άτοπη αν όχι τραγελαφική και φτάνει να θυμίζει την εμμονή με την οποία η Θεσσαλονίκη συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από πολλούς ως ερωτική πόλη (...).
Βέβαια για να λέμε τα σύκα σύκα, αυτή η σύγκρουση πολιτισμών και διαφορετικής κουλτούρας που προαναφέρθηκε,  αποτελεί σήμα κατατεθέν του έργου της Bier (ο Γιάκομπ στο “Μετά το γάμο” ενώ δουλεύει σε ένα ορφανοτροφείο στη Βομβάη αναγκάζεται να επιστρέψει στη Δανία, ο Άντον στο “Ίσως αύριο” είναι γιατρός σε έναν καταυλισμό προσφύγων στην Αφρική ενώ η οικογένεια του ζει πίσω στην πατρίδα, ενώ ο Μίκαελ στο “Brothers” κηρύσσεται  νεκρός σε μια αποστολή στο Αφγανιστάν και ο αδερφός του στη Δανία ερωτεύεται τη γυναίκα του). Η μεγάλη διαφορά όμως είναι ότι σ’ όλα αυτά τα φιλμ, η αλληλεπίδραση του ήρωα με την “άλλη” χώρα είναι καθοριστική και πυροδοτεί την εξέλιξη του χαρακτήρα του αλλά και της ιστορίας, ενώ στο “Love is All You Need” η Ιταλία χρησιμοποιείται με προκλητικά τουριστικό τρόπο, μόνο και μόνο για να στηθεί το σκηνικό του ρομαντικού ειδυλλίου, κάτι που υπογραμμίζεται από τη συνεχή παρουσία μπανάλ ιταλικής μουσικής (μέχρι και το Sara perche ti amo ακούμε στο πάρτι του γάμου), τα καρτ-ποστάλ ηλιοβασιλέματα και τα γλυκερά παστέλ χρώματα, καθώς και την γραφική παρουσία-απουσία των ιταλών “ιθαγενών”.

Πέρα απ’ αυτά η ταινία κυλάει ακολουθώντας πιστά τις συμβάσεις και τα κλισέ μιας ρομαντικής κομεντί, με περισσότερες πινελιές επιτηδευμένης σοβαροφάνειας (...) απ’ ότι σε μια αντίστοιχη χολιγουντιανή παραγωγή , αλλά αρκούντως προβλέψιμα και βαρετά: Η συντηρητική κομμώτρια, που δυσκολεύεται να ξεπεράσει τις κοινωνικές συμβάσεις με τις οποίες μεγάλωσε, εγκλωβισμένη σε ένα συμβατικό γάμο και φορτωμένη με περισσή ανασφάλεια λόγω της περιπέτειας της υγείας της, που δεν γνωρίζει ακόμα αν έχει τελειώσει καλά… και από την άλλη ο σκληρός και άκαρδος επιχειρηματίας που γοητεύεται από την ανεπιτήδευτη απλότητα της και την ερωτεύεται, ξεπερνώντας τη θλίψη του για το θάνατο της γυναίκας του. Παρ’ ότι όλος αυτός ο καταιγισμός των κλισέ με σωστούς σεναριακούς χειρισμούς θα μπορούσε να αποβεί τελικά ακόμα και χαριτωμένος, ο σεναριογράφος Anders Thomas Jensen δεν βοηθά την κατάσταση… η μεταστροφή στο χαρακτήρα του Φίλιπ, που ξαφνικά από σκληρός και συναισθηματικά ανάπηρος, μεταλλάσσεται σε τρυφερό και προστατευτικό ερωτευμένο, δεν υποστηρίζεται σεναριακά στο παραμικρό, ενώ και το εύρημα του τέλους είναι τουλάχιστον υπερβολικό... Η παρουσία δε διάφορων εξωφρενικών έως καρτουνίστικων δεύτερων  χαρακτήρων (ο ηλίθιος άντρας της Ίντα και η ακόμα πιο ηλίθια ερωμένη του, η υστερική bitch-καρικατούρα κουνιάδα του Φίλιπ, τα δυο παιδιά τους που δεν ξέρουν τι θέλουν και τι κάνουν), θυμίζει αδέξιο ξεπατίκωμα Γούντι Άλεν και μάλλον εκνευρίζει το θεατή αντί να προκαλεί έστω και ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα στα χείλη.
Ο  Pierce Brosnan και η Trine Dyrholm είναι συμπαθείς (ειδικά η δεύτερη που προσπαθεί χαμηλόφωνα να αναδείξει τα διλήμματα της ηρωίδας, ενώ ο τέως Bond δείχνει ώρες ώρες αμήχανος), αλλά δεν μπορούν από μόνοι τους να απογειώσουν τον έρωτα τους. Έτσι το μόνο που μένει τελικά, είναι το έξυπνο λογοπαίγνιο του τίτλου (η ακριβής μετάφραση είναι “Η φαλακρή κομμώτρια”, αφού επίσημος ελληνικός τίτλος δεν υπάρχει, μια και περιέργως η ταινία δεν βρήκε ακόμα διανομή στις ελληνικές αίθουσες) και η διαπίστωση ότι η -αναμφισβήτητα ικανή- Susanne Bier μετά το ξενόγλωσσο Όσκαρ, κάνει ένα ακόμα βηματάκι προς το Χόλιγουντ, στο οποίο φαίνεται να εγκαθίσταται οριστικά με την επόμενη ταινία της με πρωταγωνιστές το hot ζευγάρι Bradley Cooper και Jennifer Lawrence. Ίσως άλλωστε τελικά αυτή να είναι και η μόνη απάντηση στην αρχική μου απορία…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Μέτρια ρομαντική κομεντί, που παίρνει τον εαυτό της πιο σοβαρά απ’ όσο χρειάζεται και σηματοδοτεί το πέρασμα της Susanne Bier στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

4,5/10

5/4/13

Βραβεία Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου 2013

Στις 2 Απριλίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, έγινε η 4η απονομή των βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στα πλαίσια ενός θεσμού που προσπαθεί να ακόμα να βρει τη θέση του στο χώρο του Ελληνικού σινεμά (χαρακτηριστικό είναι ότι στη φάση των υποψηφιοτήτων ψήφισαν μόνο τα μισά μέλη της Ακαδημίας), η τελετή της απονομής, υπό τον τίτλο “Οι μάστορες βραβεύουν τους μάστορες”, κύλησε σε χαλαρούς ρυθμούς με παρουσιαστές τον Μάκη Παπαδημητράτο και τη Βάσω Καβαλιεράτου. Βραβεία μεταξύ άλλων απένειμαν ο Κώστας Βουτσάς, η γλύπτρια Διοχάντη, η Βικτόρια Χίσλοπ, ο Δήμος Αβδελιώδης, ο 16χρονος καραγκιοζοπαίχτης Κωνσταντίνος Βαμβακάρης και τα κορίτσια της εθνικής πόλο γυναικών. Μεγάλοι νικητές της βραδιάς αναδείχτηκαν “To αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού” του Έκτορα Λυγίζου,”Η κόρη” του Θάνου Αναστόπουλου και το "J.A.C.E." του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, που απέσπασαν τα σημαντικότερα βραβεία. Ακολουθούν αναλυτικά τα βραβεία:

Ταινίας Μεγάλου Μήκους: Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού



Ταινίας Ντοκιμαντέρ: Ημερολόγια Αμνησίας (Στέλλα Θεοδωράκη)

Βραβείο "Λουκία Ρικάκη": Ημερολόγια Αμνησίας (Στέλλα Θεοδωράκη)

Ταινίας Μικρού Μήκους: Χαμομήλι (Neritan Zinxhiria)


Σκηνοθεσίας: Θάνος Αναστόπουλος (Η Κόρη)


Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη: Έκτορας Λυγίζος (Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού)

Πρωτότυπου Σεναρίου: Θάνος Αναστόπουλος, Βασίλης Γιάτσης (Η Κόρη)

Α’ Ανδρικού Ρόλου: Γιάννης Παπαδόπουλος (Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού)

Α’ Γυναικείου Ρόλου: Αμαλία Μουτούση (Χαρά)


Β’ Ανδρικού Ρόλου: Ιερώνυμος Καλετσάνος (J.A.C.E.)

Β’ Γυναικείου Ρόλου: Κόρα Καρβούνη (J.A.C.E.)

Φωτογραφίας: Ηλίας Αδάμης (Η Κόρη)

Πρωτότυπης Μουσικής: Σταύρος Γασπαράτος (Αίμα)

Μοντάζ: εξ ημισείας στους Στέλλα Φιλιπποπούλου (Αν…) και Τάκη Γιαννόπουλο, Λάμπη Χαραλαμπίδη, Πάνο Δαουλτζή (J.A.C.E.)


Ενδυματολογίας: Δέσποινα Χειμώνα (J.A.C.E.)

Μακιγιάζ: Γιάννης Παμούκης (J.A.C.E.)

Ήχου: Μαρίνος Αθανασόπουλος, Κώστας Βαρυμποπιώτης, Άρης Λουζιώτης, Αλέξανδρος Σιδηρόπουλος (Αν…)


Σκηνογραφίας: Ηλίας Λεδάκης (J.A.C.E.)

Ειδικών Εφέ και Κινηματογραφικής Καινοτομίας: Βασίλης Ανδιρόπουλος, Γιάννης Βαμβακάς, Γιώργος Αλαχούζος, Ρούλης Αλαχούζος,Δημήτρης Γκερπινής (Δεμένη Κόκκινη Κλωστή)

Τιμητικό Βραβείο Ακαδημίας: Ζωή Λάσκαρη

Τιμητικό Βραβείο NOVA: Γιώργος Χωραφάς

4/4/13

Αυτή η Νύχτα Μένει

Όνειρα που εκδικούνται

2000, Ελλάδα/Κύπρος, 117 min
Σκηνοθεσία: Νίκος Παναγιωτόπουλος/Σενάριο: Θάνος Αλεξανδρής/Παίζουν: Αθηνά Μαξίμου, Νίκος Κουρής, Ζωή Ναλμπάντη, Κώστας Μαρκόπουλος, Θανάσης Βισκαδουράκης, Γιάννης Ροζάκης, Γιώργος Διαλεγμένος, Θάνος Αλεξανδρής

Ο Αντρέας και η Στέλλα. Δυο νέα παιδιά στην Αθήνα, στην αυγή της νέας χιλιετίας. Αγαπιούνται. Ή μήπως όχι; Ο Αντρέας, χαμηλών τόνων, δουλεύει στο ψιλικατζίδικο που του άφησε ο πατέρας του. Ονειρεύεται μόνο όταν βλέπει τα αεροπλάνα να προσγειώνονται και να απογειώνονται. Η Στέλλα όμορφη και φιλόδοξη, θέλει να κάνει καριέρα σαν τραγουδίστρια. Όταν δέχεται μια πρόταση για δουλειά στην επαρχία, οι κοσμοθεωρίες τους συγκρούονται και η σχέση τους διαλύεται. Ο Αντρέας θα μετανιώσει και θα ψάξει να τη βρει γυρίζοντας τα σκυλάδικα της επαρχίας, μαζί με έναν περιπλανώμενο συγγραφέα. Θα γνωρίσει από κοντά το αληθινό πρόσωπο της νύχτας και θα αναγκαστεί κι αυτός όπως και η Στέλλα να κάνουν τις επιλογές τους.
Υπάρχουν ταινίες που τις πετάς από τη μνήμη σου μόλις βγεις από τη σκοτεινή αίθουσα. Αυτές που τις θυμάσαι μετά από χρόνια με μια γλυκιά νοσταλγία κι αυτές  που ξυπνούν κρυμμένα συναισθήματα και πτυχές του χαρακτήρα σου. Αυτές που σε ταξιδεύουν σε μέρη που δε θα πας ποτέ (…) και αυτές που σε κάνουν να κλάψεις ή να γελάσεις. Τέλος υπάρχουν ταινίες που σε σημαδεύουν… που τις κουβαλάς μαζί σου για πάντα. Για μένα μια απ’ αυτές τις ταινίες είναι το “Αυτή η νύχτα μένει” του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ίσως η πιο αθεράπευτα ρομαντική ταινία του λεγόμενου νέου Ελληνικού κινηματογράφου, μια απλή ερωτική ιστορία με φόντο τα επαρχιακά σκυλάδικα, ένα road movie ενηλικίωσης, αλλά στο βάθος μια ελεγεία για την ηδονή του ανεκπλήρωτου, ένας φόρος τιμής στα άπιαστα όνειρα που εκδικούνται.

Η ταινία σε μια πρώτη ανάγνωση είναι μια σύγκρουση χαρακτήρων. Δυο άνθρωποι διαφορετικοί, που ουσιαστικά όμως συμπληρώνει ο ένας τον άλλον. Από τη μια ο Αντρέας, συνεσταλμένος και συντηρητικός, θέλει να απλώνει τα πόδια του ως εκεί που φτάνει το πάπλωμα. Δουλεύει στην Έβγα του πατέρα του και σημειώνει στο μπλοκάκι του τσιτάτα αρχαίων φιλοσόφων. Τα όνειρα τον τρομάζουν, αρκείται μόνο να παρακολουθεί από μακριά τα αεροπλάνα να έρχονται και να φεύγουν. Έχει βρει όμως τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο της Στέλλας. Είναι η προσωποποίηση κάθε επιθυμίας του. Γι αυτήν μπορεί να κάνει τα πάντα. Γι αυτό και όταν η Στέλλα φεύγει και ο κόσμος του αναποδογυρίζεται, κάνει το μεγάλο βήμα και την ακολουθεί. Η περιπλάνηση του στην ελληνική επαρχία θα είναι γι αυτόν μάθημα ζωής και ενηλικίωσης. Η Στέλλα από την άλλη μεριά (τυχαία λέγεται Στέλλα;) θέλει να ανέβει στα αεροπλάνα που βλέπει ο Αντρέας από μακριά. Είναι νέα, όμορφη, τα θέλει όλα εδώ και τώρα. Αγαπάει τον Αντρέα με ένα δικό της τρόπο, αλλά ταυτόχρονα τον μισεί γιατί αντιπροσωπεύει αυτά από τα οποία θέλει να ξεφύγει: τη στασιμότητα, το αβέβαιο μέλλον, το ψιλικατζίδικο, τις βόλτες με το χαλασμένο μηχανάκι… Είναι διατεθειμένη να κάνει πολλές θυσίες για να φτάσει στο στόχο της, αλλά αυτό που συναντά στα επαρχιακά σκυλάδικα την ξεπερνάει. Παρ’ όλα αυτά αφήνεται να φτάσει στα όρια της, σα ναρκωμένη από τα όνειρα της, ώσπου με την παρέμβαση του από μηχανής θεού Αντρέα θα συνέλθει. Ο συμβιβασμός φαντάζει σαν μόνη λύση και αναπότρεπτη τιμωρία για την ύβρι της. Παρ’ όλα αυτά η διαδικασία αυτή την ωριμάζει και την κάνει να δει με άλλο μάτι τα πράγματα.
Βασισμένη στο μεγαλύτερο μέρος της στο ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, καθώς και σε μια συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Βακαλόπουλου, τις “Νέες Αθηναϊκές ιστορίες”, η ταινία του Παναγιωτόπουλου αφηγηματικά χωρίζεται σε δυο μέρη, εσκεμμένα άνισα και διαφορετικής έντασης μεταξύ τους. Στο πρώτο μέρος οι σιωπές εναλλάσσονται με τα διαλογικά μέρη σε μια θαυμαστή ισορροπία. Η ζωή στην Αθήνα, το ψιλικατζίδικο, η ταράτσα της Στέλλας που στεγάζει τον έρωτα των δυο παιδιών, οι καβγάδες τους, απλές καθημερινές εικόνες χωρίς εξάρσεις, η μιζέρια μιας κατά συνθήκην ευτυχίας. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, όπου η ένταση ανεβαίνει σταδιακά, οι δυο ήρωες ξεκινούν ο καθένας από μόνος του για το δικό του ταξίδι αυτογνωσίας, για την περιπέτεια, ψάχνοντας να βρουν πιθανόν “το νόημα της ζωής”, μια διαδρομή που θα τους φέρει τελικά πίσω στην ίδια αφετηρία. Ένα ταξίδι που μοιάζει πιο πολύ με μια κατάβαση στην κόλαση, σε έναν κόσμο καινούργιο και για τους δύο -όπως και για τους περισσότερους από μας- που κρύβει μια ιδιόμορφη γοητεία: τον κόσμο του Ζεταίμ, της Αρζεντίνας και των επαρχιακών σκυλάδικων, όπου για να επιβιώσεις πρέπει να κάνεις πολλές φορές αβάσταχτες θυσίες… μια άλλη Ελλάδα που παρ’ ότι πασχίζει, δεν μπορεί ή δεν θέλει να ντυθεί το ευρωπαϊκό της ένδυμα, μια Ελλάδα που αργοπεθαίνει στις πίστες, όπου όλα έχουν μια τιμή που αν μπορείς να την πληρώσεις γίνεσαι μάγκας. Άνθρωποι κλινικά νεκροί που ψάχνουν το χαμένο εγωισμό τους στον πληρωμένο έρωτα. Ένας κόσμος χωρίς ιδανικά, χωρίς ηθική και μέτρο, που όμως σε έλκει σαν μαγνητικό πεδίο στον πάτο του βαρελιού. Και μόνο ένας αγνός έρωτας-σχεδόν εμμονή, σαν του Αντρέα για τη Στέλλα, μπορεί να σε ξυπνήσει και να σε βγάλει πάλι στην επιφάνεια, έστω κι αν σε οδηγήσει πίσω στην παλιά βαρετή ζωή σου. Όπως λέει και η αφιέρωση στο βιβλίο που στέλνει στον Αντρέα στο τέλος ο συνοδοιπόρος του συγγραφέας, “η περιπέτεια πέθανε”. Η ζωή βρίσκει τον παλιό της ρυθμό και μένουν μόνο τα αεροπλάνα που φεύγουν κι έρχονται να θυμίζουν τα όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν και τις ελπίδες που πέθαναν. 

Ο Παναγιωτόπουλος κινηματογραφεί την πορεία των ηρώων του προς την ενηλικίωση με αγάπη και ευαισθησία, με γλώσσα καθημερινή και σφιχτό μοντάζ, ενώ αναπαριστά με απίστευτο ρεαλισμό το κλίμα των σκυλάδικων, έχοντας επιπλέον στα χέρια του δυο μεγάλα ατού: Το πρώτο είναι το εκπληκτικό soundtrack του Σταμάτη Κραουνάκη, που με την προσθήκη και κάποιων γνωστών λαϊκών τραγουδιών ερμηνευμένα από cult μορφές του χώρου, συμβάλλει αποφασιστικά στη ρεαλιστική απεικόνιση της επαρχιακής νύχτας. Πέρα απ’ αυτά, συμβαίνει λίγες φορές ένα τραγούδι να αποδίδει τόσο συγκλονιστικά το κλίμα μιας ταινίας, όπως γίνεται με το ομώνυμο “Αυτή η νύχτα μένει” με τη σπαρακτική ερμηνεία της Δήμητρας Παπίου, σίγουρα ένα από τα καλύτερα ελληνικά τραγούδια που γράφτηκαν την τελευταία 15ετία. Ο δεύτερος κρυμμένος άσσος στο μανίκι του σκηνοθέτη, είναι η ανακάλυψη της Αθηνάς Μαξίμου που ερμηνεύει μοναδικά το ρόλο της Στέλλας, γεμίζοντας την οθόνη με την ακτινοβολία της. Είναι άξιο απορίας, πως αυτή η ηθοποιός περιορίστηκε στη συνέχεια σε ελάχιστες παρουσίες στο κινηματογραφικό πανί. Δίπλα της στέκεται εξαιρετικά ο Νίκος Κουρής, ενώ πολύ καλοί και οι δεύτεροι ρόλοι, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο θεατρικός ηθοποιός Γιάννης Ροζάκης, στο ρόλο ενός μισότρελου φιλόλογου.

“Αυτή η νύχτα μένει, αιώνες παγωμένη, που δυο ψυχές δε βρήκαν καταφύγιο 
κι ήρθαν στον κόσμο ξένοι και καταδικασμένοι, να ζήσουν έναν έρωτα επίγειο…”

-Ποιο είναι το νόημα της ζωής;
-Δεν υπάρχει νόημα της ζωής.
-Υπάρχει, αλλά δεν το ξέρουμε…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Συγκλονιστική αναπαράσταση του μικρόκοσμου των επαρχιακών σκυλάδικων και ταυτόχρονα ένα εύστοχο σχόλιο για τα χαμένα όνειρα μιας γενιάς, μια από τις καλύτερες ταινίες του νέου ελληνικού κινηματογράφου.

8,5/10