Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Play it Again Sam. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Play it Again Sam. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12/2/21

Jeux Interdits

Το τέλος (;) της αθωότητας

1952, France, 86 min

Ελληνικός Τίτλος: Απαγορευμένα Παιχνίδια
ΣκηνοθεσίαRené Clément/Σενάριο: Jean AurenchePierre BostRené Clément/Παίζουν: Georges PoujoulyBrigitte FosseyLucien Hubert, Suzanne Courtal, Marcel Mérovée


Τον Ιούνιο του 1940 κατά τη διάρκεια της μάχης της Γαλλίας, κάπου στη γαλλική επαρχία, η πεντάχρονη Πωλέτ (Brigitte Fossey) επιβιώνει από έναν βομβαρδισμό, στον οποίο όμως  σκοτώνονται οι γονείς της. Έχοντας τον νεκρό σκύλο της στην αγκαλιά της, περιπλανιέται για λίγο, ώσπου συναντά το Μισέλ (Georges Poujouly), το δεκάχρονο μικρό γιο μιας αγροτικής οικογένειας, που μένει στην περιοχή. Ο Μισέλ πείθει τους γονείς του να φιλοξενήσουν την Πωλέτ και αποφασίζει να τη βοηθήσει να θάψει το σκύλο της. Σιγά σιγά τα δυο παιδιά φτιάχνουν ένα νεκροταφείο για κάθε είδους νεκρά ζώα. Αυτό όμως τους οδηγεί σε πράξεις μη αποδεκτές από τον κόσμο των ενηλίκων...
Ο εξαιρετικός Γάλλος σκηνοθέτης René Clément, έγινε περισσότερο γνωστός για άλλα σημαντικά φιλμ, όπως κυρίως το "Plein Soleil"/1960, την εμβληματική μεταφορά του μυθιστορήματος της Patricia Highsmith στην οθόνη , αλλά και τα "Bataille du Rail"/1946, "Les Félins"/1964, "Le Passager de la Pluie"/1970. Παρ'όλα αυτά το 1952, γύρισε την -κατά τη γνώμη μου- καλύτερη του ταινία, το αριστουργηματικό "Jeux Interdits". Η ιστορία της δημιουργίας της ταινίας συνοδεύεται από πολλά παράξενα περιστατικά. Το 1947 ο Γάλλος σεναριογράφος François Boyer έγραψε το σενάριο, όμως λόγω της αδιαφορίας των στούντιο γι'αυτό, το μετέτρεψε σε βιβλίο με τον τίτλο "Les Jeux Inconnus". Το βιβλίο δεν γνώρισε επιτυχία στη Γαλλία, όμως περιέργως έγινε διάσημο στην Αμερική, οπότε προσέλκυσε την προσοχή του Clément. Η ταινία με τη σειρά της, δεν έκανε αίσθηση στη Γαλλία, απορρίφθηκε αρχικά από το Φεστιβάλ των Καννών, όμως κέρδισε το Χρυσό Λέοντα του Φεστιβάλ Βενετίας και μια ειδική τιμητική διάκριση για ξενόγλωσση ταινία στα Oscar της επόμενης χρονιάς, αφού το σχετικό βραβείο δεν είχε ακόμα θεσμοθετηθεί.

Το εισαγωγικό πρώτο δεκαπεντάλεπτο της ταινίας, αποδίδει με λιτά  μέσα, τη φρίκη και την παράνοια του πολέμου, αμεσότερα από μια οποιαδήποτε μεταγενέστερη πολυδάπανη παραγωγή. Η μικρή Πωλέτ έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το θάνατο -που γι'αυτήν είναι μια εντελώς θεωρητική έννοια- αγγίζοντας το μάγουλο της νεκρής μητέρας της και στη συνέχεια το δικό της. Όταν συναντά το Μισέλ,  έχοντας το νεκρό σκύλο της στην αγκαλιά της, το σκηνικό της φρίκης και της απόγνωσης σταδιακά αντικαθίσταται από ειδυλλιακές εικόνες ηρεμίας της γαλλικής εξοχής, που διαταράσσονται μόνο από τις κραυγές των ζώων και τους γραφικούς καβγάδες της οικογένειας του Μισέλ με τους γείτονες, ενώ ο πόλεμος φαντάζει σαν μια μακρινή αόρατη απειλή. Τα δυο παιδιά συνασπίζονται ενάντια στο σκληρό κόσμο που τους περιβάλλει και προσπαθώντας ασυναίσθητα να διαφυλάξουν την αθωότητα τους, επινοούν ένα αναρχικό παιχνίδι, που τα κάνει να αποκτήσουν μια σχεδόν νεκροφιλική εμμονή με το θάνατο. Ο Μισέλ φτιάχνει για την Πωλέτ ένα νεκροταφείο ζώων, αλλά φτάνει στο σημείο να σκοτώσει ο ίδιος (;) για να γεμίσει. Η Πωλέτ από την άλλη, επιλέγει τους σταυρούς για τους τάφους των ζώων, σα να διαλέγει παιχνίδια για το δωμάτιο της. Η λυρική, ονειρική, σχεδόν ποιητική απεικόνιση των δύο παιδιών, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη ρεαλιστική καταγραφή του κόσμου των ενηλίκων, αφού ο σκηνοθέτης αφήνει το πηγαίο συναίσθημα να ξεχειλίσει από τα μάτια και τις εκφράσεις των δύο μικρών πρωταγωνιστών του, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού ή διδακτισμού.  Όμως ο Clément δεν αρκείται στο να κάνει μια ακόμα συγκινητική ταινία για την παιδική αθωότητα, η οποία αποτελεί απλά το πρόσχημα, για να βάλει το μαχαίρι βαθιά στο κόκαλο. Ακροβατώντας επιδέξια ανάμεσα στο ρεαλιστικό δράμα και στη μαύρη κωμωδία, κριτικάρει και ειρωνεύεται πανέξυπνα τον καθωσπρεπισμό, την υποκρισία και τα ήθη που διέπουν τη λειτουργία μιας απομονωμένης κλειστής κοινωνίας. Ο αδερφός του Μισέλ, που με κάποιο τρόπο απέφυγε τη στράτευση, τιμωρείται, αφού τραυματίζεται και πεθαίνει από την κλωτσιά ενός αλόγου (...). Αλλά ούτε η θρησκεία και οι εκφραστές της διαφεύγουν από την ξεδιάντροπα σκωπτική ματιά του σκηνοθέτη. Η συνάντηση της Πωλέτ με τον παπά του χωριού, η σκηνή της εξομολόγησης του Μισέλ, η κλοπή των σταυρών από το νεκροταφείο και τέλος η σκηνή της κηδείας, όπου οι δύο κεφαλές των "αντίπαλων" οικογενειών πέφτουν σε έναν ανοιχτό τάφο, ξεμπροστιάζουν το ρόλο της καθολικής εκκλησίας της εποχής, γι'αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο, ότι η ταινία δεν έγινε αρχικά αποδεκτή από το γαλλικό κοινό. 

Η ερμηνεία της πεντάχρονης (!) Brigitte Fossey είναι εμβληματική, ίσως η καλύτερη ερμηνεία παιδιού αντίστοιχης ηλικίας στο σινεμά.  Με τη βοήθεια του διευθυντή φωτογραφίας του, Robert Juillard, που φωτίζει σχεδόν μεταφυσικά, το αγγελικό -μονίμως απορημένο- πρόσωπο της, o Clément υπερτονίζει τη διαφορά του κόσμου της παιδικής αθωότητας από τον κόσμο της υποκρισίας των ενηλίκων,  ενώ εξίσου εξαιρετικός είναι και ο (μεγαλύτερος) Georges Poujouly. Σίγουρα η ταινία δεν θα ήταν η ίδια, αν δεν είχαν επιλεγεί οι δυο παραπάνω πρωταγωνιστές. Πολύ σημαντικό για τη δημιουργία της ατμόσφαιρας είναι και το βασικό ρομαντικό μουσικό θέμα του φιλμ,  το "Romance Anónimo", του οποίου πάντως η προέλευση αποτελεί μυστήριο. Στους τίτλους του φιλμ, αποδίδεται στον Ισπανό κιθαρίστα Narciso Yepes, αφού κατά δήλωση του, το συνέθεσε για τη μητέρα του σε μικρή ηλικία, άλλοι όμως μελετητές τοποθετούν τη δημιουργία του στο 19ο αιώνα. Έτσι ή αλλιώς, το "Romance Anónimo" (ακούστε το εδώ) έγινε διάσημο εξαιτίας της επιτυχίας της ταινίας και γνώρισε πολλές εκτελέσεις με την πάροδο των χρόνων, από μεγάλα ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής (Andy Williams, Mireille Mathieu, Al Bano & Romina Power, Julio Iglesias), συμπεριλαμβανομένων και μερικών με ελληνικούς στίχους, από την Κλειώ Δενάρδου και τον Κώστα Χατζή. Αξιοσημείωτη είναι και η εκτέλεση από τη Βίκυ Μοσχολιού με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που αλλάζουν εντελώς το κλίμα του κομματιού ("Πέφτει η Μαδρίτη"/1978).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Αριστούργημα που αντέχει στο χρόνο, πάντα επίκαιρο και ίσως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, το "Jeux Interdits" είναι ένα φιλμ που δε θα σταματήσει ποτέ να συγκινεί και να προβληματίζει τους θεατές του.

10/10

17/12/20

Room at the Top

Πόθος και Φιλοδοξία

1959, UK, 117 min
Ελληνικός Τίτλος: Στον Ανεμοστρόβιλο των Παθών
Σκηνοθεσία: Jack Clayton /Σενάριο: Neil Paterson /ΠαίζουνLaurence Harvey, Simone Signoret, Heather Sears, Allan Cuthbertson, Hermione Baddeley, Donald Wolfit, Donald Houston, Ambrosine Phillpotts

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου, ο Joe Lampton (Laurence Harvey), ένας άφραγκος αλλά υπερφιλόδοξος νεαρός, φτάνει σε μια μικρή πόλη του Yorkshire και πιάνει μια κακοπληρωμένη δουλειά σαν ταμίας σε κάποια υπηρεσία του δήμου. Αποφασιμένος να ανεβεί κοινωνικά και μην έχοντας ηθικούς ενδοιασμούς, προσπαθεί να ξελογιάσει τη Susan, την κόρη του αφεντικού του και πάμπλουτη κληρονόμο. Παράλληλα όμως εμπλέκεται σε μια παράνομη παθιασμένη ερωτική σχέση με την Alice Aisgill (Simon Signoret), μια ώριμη Γαλλίδα, παντρεμένη με έναν αυταρχικό σύζυγο, που επίσης την απατά με τη γραμματέα του. Σύντομα θα βρεθεί στο σταυροδρόμι σημαντικών αποφάσεων για το μέλλον του...

Το Room at the Top είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σημαντικού Άγγλου σκηνοθέτη Jack Claytonπου στη συνέχεια της καριέρας του πέρασε από διάφορα κινηματογραφικά είδη, υπογράφοντας ταινίες όπως οι The Innocents (1961), The Pumpkin Eater (1964), The Great Gatsby (1974). Ταυτόχρονα θεωρείται η πρώτη ταινία για του Αγγλικού Νέου Κύματος (British New Wave), αλλιώς γνωστό ως κίνημα του "Ρεαλισμού του Νεροχύτη της Κουζίνας". Το Kitchen-Sink Realism, ήταν ένα καλλιτεχνικό κίνημα, βασισμένο στον κοινωνικό ρεαλισμό, που άνθισε στην Αγγλία στο τέλος της δεκαετίας του '50 και στις αρχές της δεκαετίας του '60, εξαπλώθηκε στο θέατρο, στη λογοτεχνία και τελικά στον κινηματογράφο και η θεματολογία του επικεντρώθηκε στη ζωή νεαρών -συνήθως απόκληρων- αντρών, μελών της εργατικής τάξης, που ήταν εξοργισμένοι με την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας (Young, Angry Men). 
Το Room at the Top γνώρισε μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία, προτάθηκε για 6 Oscar και τελικά κέρδισε 2, το Oscar Α' Γυναικείου ρόλου για τη Simone Signoret, (που επίσης κέρδισε και το Βραβείο Α' Γυναικείου ρόλου του Φεστιβάλ των Καννών) και το Oscar Διασκευασμένου Σεναρίου για τον Neil Paterson, που μετέφερε με εξαιρετικό τρόπο στην οθόνη το βιβλίο του John Braine.

Ο τίτλος της ταινίας μας κάνει γνωστό από την αρχή, το στόχο ζωής του Joe: ένα δωμάτιο στην top συνοικία της πόλης, μια ζωή μακριά από τη φτώχεια και τη μιζέρια της εργατικής τάξης, ένας γάμος με την πλουσιότερη κοπέλα της πόλης, που θα του προσφέρει την ύψιστη κοινωνική αναγνώριση. Ο Joe ζει στο κοινωνικό περιθώριο. Παρ'ότι στην αρχή της ταινίας τον παρακολουθούμε να υπερασπίζεται την καταγωγή του, γίνεται προφανές ότι αυτή αποτελεί τροχοπέδη για τα σχέδια του. Προσπαθώντας όμως να παρουσιάσει ένα πρόσωπο που θα τον καταξιώσει στο νέο του περιβάλλον, τα αντιφατικά στοιχεία του χαρακτήρα του, βγαίνουν στην επιφάνεια. Είναι ανώριμος, δειλός, γεμάτος κόμπλεξ, συντηρητικός. Όμως, η σαρκική έλξη και στη συνέχεια ο έρωτας του για την Alice, θα τον οδηγήσουν σε μια πορεία συνειδητοποίησης και αυτογνωσίας. 
Η Alice από την άλλη μεριά, ζει κι αυτή στο περιθώριο. Γαλλίδα με ελεύθερο πνεύμα και χωρίς αναστολές, με ένα σύζυγο που την απατά, αναγκάζεται να επιβιώνει στη φυλακή της επαρχιακής αγγλικής πόλης χωρίς ελπίδα διαφυγής. Αυτή την ελπίδα βρίσκει στη σχέση της με το Joe, που αποτελεί γι'αυτήν την τελευταία σανίδα σωτηρίας. Ο έρωτας της γι'αυτόν ξεπερνά την απλή σαρκική έλξη και φτάνει στα σύνορα της ανιδιοτελούς μητρικής αγάπης.
Τέλος, η Susan, ένας ουσιαστικά συμπληρωματικός χαρακτήρας, είναι μια νεαρή πάμπλουτη κοπέλα, που γοητεύεται από το Joe, αφού αυτός δεν μοιάζει σε τίποτα με τους νεαρούς του κύκλου της. Άπειρη και προστατευμένη για χρόνια στην ασφάλεια του μεγαλοαστικού της περίγυρου, του δίνεται με όλη της την ψυχή και γίνεται άθελα της η αφορμή δραματικών εξελίξεων.

Ο Clayton καταφέρνει να ανασυστήσει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της μικρής επαρχιακής βιομηχανικής πόλης των έντονων κοινωνικών-ταξικών διαφορών, του φαίνεσθαι, της υποκρισίας και του καθωσπρεπισμού, που φυλακίζει τα όνειρα των κατοίκων της. Χρησιμοποιώντας τη φόρμα ενός μελοδράματος για ένα κλασικό ερωτικό τρίγωνο, σχολιάζει υποδόρια το πολιτικοκοινωνικό σκηνικό, κοιτά κατάματα τα ταμπού και απενοχοποιεί τη σεξουαλική πράξη ως μέσο σαρκικής απόλαυσης, φτιάχνοντας μια πραγματικά τολμηρή ταινία για τα δεδομένα της εποχής, που μάλιστα χαρακτηρίστηκε "ακατάλληλη" από τη βρετανική λογοκρισία. Πάντως η ταινία δεν θα ήταν ποτέ η ίδια χωρίς τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές της. Ο Laurence Harvey αναδίνει ένα ζωώδη μαγνητισμό, ταυτόχρονα με μια συγκαλυμμένη ευαισθησία, που προσδιορίζουν με ακρίβεια το χαρακτήρα του Joe. Το μεγάλο ατού της ταινίας όμως, είναι η σπαρακτική ερμηνεία της Simone Signoret στο ρόλο της Alice, που αιχμαλωτίζει το φακό με τα υγρά της μάτια, που γίνονται ο καθρέφτης κάθε ανθρώπινου συναισθήματος. Ευτυχώς που η Vivien Leigh αρνήθηκε το ρόλο...

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ο χρόνος φέρθηκε όπως άξιζε σ'αυτό το αριστουργηματικό μελόδραμα της "παλιάς καλής εποχής", που τολμά να μιλήσει για θέματα ταμπού και διαθέτει κοινωνική ευαισθησία.

9/10

4/4/13

Αυτή η Νύχτα Μένει

Όνειρα που εκδικούνται

2000, Ελλάδα/Κύπρος, 117 min
Σκηνοθεσία: Νίκος Παναγιωτόπουλος/Σενάριο: Θάνος Αλεξανδρής/Παίζουν: Αθηνά Μαξίμου, Νίκος Κουρής, Ζωή Ναλμπάντη, Κώστας Μαρκόπουλος, Θανάσης Βισκαδουράκης, Γιάννης Ροζάκης, Γιώργος Διαλεγμένος, Θάνος Αλεξανδρής

Ο Αντρέας και η Στέλλα. Δυο νέα παιδιά στην Αθήνα, στην αυγή της νέας χιλιετίας. Αγαπιούνται. Ή μήπως όχι; Ο Αντρέας, χαμηλών τόνων, δουλεύει στο ψιλικατζίδικο που του άφησε ο πατέρας του. Ονειρεύεται μόνο όταν βλέπει τα αεροπλάνα να προσγειώνονται και να απογειώνονται. Η Στέλλα όμορφη και φιλόδοξη, θέλει να κάνει καριέρα σαν τραγουδίστρια. Όταν δέχεται μια πρόταση για δουλειά στην επαρχία, οι κοσμοθεωρίες τους συγκρούονται και η σχέση τους διαλύεται. Ο Αντρέας θα μετανιώσει και θα ψάξει να τη βρει γυρίζοντας τα σκυλάδικα της επαρχίας, μαζί με έναν περιπλανώμενο συγγραφέα. Θα γνωρίσει από κοντά το αληθινό πρόσωπο της νύχτας και θα αναγκαστεί κι αυτός όπως και η Στέλλα να κάνουν τις επιλογές τους.
Υπάρχουν ταινίες που τις πετάς από τη μνήμη σου μόλις βγεις από τη σκοτεινή αίθουσα. Αυτές που τις θυμάσαι μετά από χρόνια με μια γλυκιά νοσταλγία κι αυτές  που ξυπνούν κρυμμένα συναισθήματα και πτυχές του χαρακτήρα σου. Αυτές που σε ταξιδεύουν σε μέρη που δε θα πας ποτέ (…) και αυτές που σε κάνουν να κλάψεις ή να γελάσεις. Τέλος υπάρχουν ταινίες που σε σημαδεύουν… που τις κουβαλάς μαζί σου για πάντα. Για μένα μια απ’ αυτές τις ταινίες είναι το “Αυτή η νύχτα μένει” του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ίσως η πιο αθεράπευτα ρομαντική ταινία του λεγόμενου νέου Ελληνικού κινηματογράφου, μια απλή ερωτική ιστορία με φόντο τα επαρχιακά σκυλάδικα, ένα road movie ενηλικίωσης, αλλά στο βάθος μια ελεγεία για την ηδονή του ανεκπλήρωτου, ένας φόρος τιμής στα άπιαστα όνειρα που εκδικούνται.

Η ταινία σε μια πρώτη ανάγνωση είναι μια σύγκρουση χαρακτήρων. Δυο άνθρωποι διαφορετικοί, που ουσιαστικά όμως συμπληρώνει ο ένας τον άλλον. Από τη μια ο Αντρέας, συνεσταλμένος και συντηρητικός, θέλει να απλώνει τα πόδια του ως εκεί που φτάνει το πάπλωμα. Δουλεύει στην Έβγα του πατέρα του και σημειώνει στο μπλοκάκι του τσιτάτα αρχαίων φιλοσόφων. Τα όνειρα τον τρομάζουν, αρκείται μόνο να παρακολουθεί από μακριά τα αεροπλάνα να έρχονται και να φεύγουν. Έχει βρει όμως τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο της Στέλλας. Είναι η προσωποποίηση κάθε επιθυμίας του. Γι αυτήν μπορεί να κάνει τα πάντα. Γι αυτό και όταν η Στέλλα φεύγει και ο κόσμος του αναποδογυρίζεται, κάνει το μεγάλο βήμα και την ακολουθεί. Η περιπλάνηση του στην ελληνική επαρχία θα είναι γι αυτόν μάθημα ζωής και ενηλικίωσης. Η Στέλλα από την άλλη μεριά (τυχαία λέγεται Στέλλα;) θέλει να ανέβει στα αεροπλάνα που βλέπει ο Αντρέας από μακριά. Είναι νέα, όμορφη, τα θέλει όλα εδώ και τώρα. Αγαπάει τον Αντρέα με ένα δικό της τρόπο, αλλά ταυτόχρονα τον μισεί γιατί αντιπροσωπεύει αυτά από τα οποία θέλει να ξεφύγει: τη στασιμότητα, το αβέβαιο μέλλον, το ψιλικατζίδικο, τις βόλτες με το χαλασμένο μηχανάκι… Είναι διατεθειμένη να κάνει πολλές θυσίες για να φτάσει στο στόχο της, αλλά αυτό που συναντά στα επαρχιακά σκυλάδικα την ξεπερνάει. Παρ’ όλα αυτά αφήνεται να φτάσει στα όρια της, σα ναρκωμένη από τα όνειρα της, ώσπου με την παρέμβαση του από μηχανής θεού Αντρέα θα συνέλθει. Ο συμβιβασμός φαντάζει σαν μόνη λύση και αναπότρεπτη τιμωρία για την ύβρι της. Παρ’ όλα αυτά η διαδικασία αυτή την ωριμάζει και την κάνει να δει με άλλο μάτι τα πράγματα.
Βασισμένη στο μεγαλύτερο μέρος της στο ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, καθώς και σε μια συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Βακαλόπουλου, τις “Νέες Αθηναϊκές ιστορίες”, η ταινία του Παναγιωτόπουλου αφηγηματικά χωρίζεται σε δυο μέρη, εσκεμμένα άνισα και διαφορετικής έντασης μεταξύ τους. Στο πρώτο μέρος οι σιωπές εναλλάσσονται με τα διαλογικά μέρη σε μια θαυμαστή ισορροπία. Η ζωή στην Αθήνα, το ψιλικατζίδικο, η ταράτσα της Στέλλας που στεγάζει τον έρωτα των δυο παιδιών, οι καβγάδες τους, απλές καθημερινές εικόνες χωρίς εξάρσεις, η μιζέρια μιας κατά συνθήκην ευτυχίας. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, όπου η ένταση ανεβαίνει σταδιακά, οι δυο ήρωες ξεκινούν ο καθένας από μόνος του για το δικό του ταξίδι αυτογνωσίας, για την περιπέτεια, ψάχνοντας να βρουν πιθανόν “το νόημα της ζωής”, μια διαδρομή που θα τους φέρει τελικά πίσω στην ίδια αφετηρία. Ένα ταξίδι που μοιάζει πιο πολύ με μια κατάβαση στην κόλαση, σε έναν κόσμο καινούργιο και για τους δύο -όπως και για τους περισσότερους από μας- που κρύβει μια ιδιόμορφη γοητεία: τον κόσμο του Ζεταίμ, της Αρζεντίνας και των επαρχιακών σκυλάδικων, όπου για να επιβιώσεις πρέπει να κάνεις πολλές φορές αβάσταχτες θυσίες… μια άλλη Ελλάδα που παρ’ ότι πασχίζει, δεν μπορεί ή δεν θέλει να ντυθεί το ευρωπαϊκό της ένδυμα, μια Ελλάδα που αργοπεθαίνει στις πίστες, όπου όλα έχουν μια τιμή που αν μπορείς να την πληρώσεις γίνεσαι μάγκας. Άνθρωποι κλινικά νεκροί που ψάχνουν το χαμένο εγωισμό τους στον πληρωμένο έρωτα. Ένας κόσμος χωρίς ιδανικά, χωρίς ηθική και μέτρο, που όμως σε έλκει σαν μαγνητικό πεδίο στον πάτο του βαρελιού. Και μόνο ένας αγνός έρωτας-σχεδόν εμμονή, σαν του Αντρέα για τη Στέλλα, μπορεί να σε ξυπνήσει και να σε βγάλει πάλι στην επιφάνεια, έστω κι αν σε οδηγήσει πίσω στην παλιά βαρετή ζωή σου. Όπως λέει και η αφιέρωση στο βιβλίο που στέλνει στον Αντρέα στο τέλος ο συνοδοιπόρος του συγγραφέας, “η περιπέτεια πέθανε”. Η ζωή βρίσκει τον παλιό της ρυθμό και μένουν μόνο τα αεροπλάνα που φεύγουν κι έρχονται να θυμίζουν τα όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν και τις ελπίδες που πέθαναν. 

Ο Παναγιωτόπουλος κινηματογραφεί την πορεία των ηρώων του προς την ενηλικίωση με αγάπη και ευαισθησία, με γλώσσα καθημερινή και σφιχτό μοντάζ, ενώ αναπαριστά με απίστευτο ρεαλισμό το κλίμα των σκυλάδικων, έχοντας επιπλέον στα χέρια του δυο μεγάλα ατού: Το πρώτο είναι το εκπληκτικό soundtrack του Σταμάτη Κραουνάκη, που με την προσθήκη και κάποιων γνωστών λαϊκών τραγουδιών ερμηνευμένα από cult μορφές του χώρου, συμβάλλει αποφασιστικά στη ρεαλιστική απεικόνιση της επαρχιακής νύχτας. Πέρα απ’ αυτά, συμβαίνει λίγες φορές ένα τραγούδι να αποδίδει τόσο συγκλονιστικά το κλίμα μιας ταινίας, όπως γίνεται με το ομώνυμο “Αυτή η νύχτα μένει” με τη σπαρακτική ερμηνεία της Δήμητρας Παπίου, σίγουρα ένα από τα καλύτερα ελληνικά τραγούδια που γράφτηκαν την τελευταία 15ετία. Ο δεύτερος κρυμμένος άσσος στο μανίκι του σκηνοθέτη, είναι η ανακάλυψη της Αθηνάς Μαξίμου που ερμηνεύει μοναδικά το ρόλο της Στέλλας, γεμίζοντας την οθόνη με την ακτινοβολία της. Είναι άξιο απορίας, πως αυτή η ηθοποιός περιορίστηκε στη συνέχεια σε ελάχιστες παρουσίες στο κινηματογραφικό πανί. Δίπλα της στέκεται εξαιρετικά ο Νίκος Κουρής, ενώ πολύ καλοί και οι δεύτεροι ρόλοι, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο θεατρικός ηθοποιός Γιάννης Ροζάκης, στο ρόλο ενός μισότρελου φιλόλογου.

“Αυτή η νύχτα μένει, αιώνες παγωμένη, που δυο ψυχές δε βρήκαν καταφύγιο 
κι ήρθαν στον κόσμο ξένοι και καταδικασμένοι, να ζήσουν έναν έρωτα επίγειο…”

-Ποιο είναι το νόημα της ζωής;
-Δεν υπάρχει νόημα της ζωής.
-Υπάρχει, αλλά δεν το ξέρουμε…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Συγκλονιστική αναπαράσταση του μικρόκοσμου των επαρχιακών σκυλάδικων και ταυτόχρονα ένα εύστοχο σχόλιο για τα χαμένα όνειρα μιας γενιάς, μια από τις καλύτερες ταινίες του νέου ελληνικού κινηματογράφου.

8,5/10

24/3/13

Le Mura di Malapaga

Μόνο για …συλλέκτες

1949, France/Italy, 84 min
Ελληνικός Τίτλος: Πέρα από τα Τείχη
Σκηνοθεσία: René Clément /Σενάριο: Jean Aurenche, Pierre Bost, Cesare Zavattini/Παίζουν: Jean Gabin, Isa Miranda, Vera Talchi, Andrea Checchi, Ave Ninchi, Renato Malavasi, Robert Dalban

Μετά το τέλος του πολέμου, ο Πιερ (Jean Gabin), φτάνει στο λιμάνι της Τζένοα κρυμμένος στο αμπάρι ενός πλοίου. Παρ’ ότι καταζητείται για τη δολοφονία της ερωμένης του στη Γαλλία, κατεβαίνει από το πλοίο λόγω ενός έντονου πονόδοντου και περιπλανιέται στην πόλη. Αφού του κλέβουν το πορτοφόλι, γνωρίζει την Τσεκίνα και στη συνέχεια τη μητέρα της Μάρτα (Isa Miranda), μια Ιταλίδα που δουλεύει σε μια ταβέρνα και έχει προβλήματα με τον άντρα της, η οποία τον ερωτεύεται και τον βοηθά. Όμως τα πράγματα δυσκολεύουν όταν η αστυνομία βρίσκει τα στοιχεία του και τον καταδιώκει…
To Le Mura di Malapaga” (Au-delà des Grilles/Πέρα από τα Τείχη) είναι μια από τις πιο άγνωστες ταινίες του René Clément (Η μάχη των σιδηροδρόμων, Απαγορευμένα παιχνίδια, Γυμνοί στον ήλιο). Παρ’ όλα αυτά η ταινία ήταν διάσημη στην εποχή της, αφού κέρδισε βραβείο σκηνοθεσίας και Α’ Γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Καννών του 1949 και τιμητική διάκριση στα Όσκαρ του 1951 ως η καλύτερη ξενόγλωσση ταινία της χρονιάς (δεν υπήρχε ακόμα επισήμως το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας). Πρόκειται για μια ιταλογαλλική παραγωγή που ενώνει στο πανί δύο από τους μεγαλύτερους σταρ της εποχής στις χώρες τους, το Jean Gabin και την Isa Miranda. Χαρακτηριστικό του σεναρίου είναι ότι οι ιταλοί ηθοποιοί μιλούν μεταξύ τους στα ιταλικά, ενώ η Miranda και η Talchi με το Jean Gabin στα γαλλικά, προσδίδοντας στην ταινία ένα επιπλέον ρεαλιστικό στοιχείο. 

Ο Clément δημιούργησε ένα φιλμ που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υβρίδιο film-noir και ιταλικού νεορεαλισμού, με πολλά στοιχεία μελοδράματος (…). Αυτό άλλωστε είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας, ότι δηλαδή στέκεται συνέχεια μετέωρη μεταξύ πολλών και αταίριαστων κινηματογραφικών ειδών. Ο Clément  έχοντας στα χέρια του ένα συμβατικό ως μέτριο σενάριο, δείχνει αδύναμος να διαχειριστεί το πλήθος των κινηματογραφοφιλκών επιρροών του και να προσδώσει στην ταινία συμπαγή αφηγηματική γραμμή. Ενώ από τις πρώτες σκηνές οι βασικοί κώδικες του φιλμ-νουάρ κάνουν την εμφάνιση τους (ο σκληρός ήρωας με το σκοτεινό παρελθόν,  η πόλη που τον εγκλωβίζει μέσα στα τείχη της, το πεπρωμένο που τον κυνηγά, η συνάντηση με τη μοιραία γυναίκα) και η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία δημιουργεί μια υποβλητική “καταραμένη” ατμόσφαιρα, από τη στιγμή που ο ήρωας χάνεται στα σοκάκια της Τζένοα, το σκηνικό αλλάζει και η ταινία μετατρέπεται σε μια λεπτομερή καταγραφή της ζωής της εργατικής τάξης της πόλης, βαδίζοντας στα χνάρια του νεότευκτου ιταλικού νεορεαλισμού και ενσωματώνοντας στην ιστορία πολλές και αχρείαστες υποπλοκές που αποδυναμώνουν το τελικό αποτέλεσμα.  Και κάπου ανάμεσα σ’ όλα αυτά υπάρχει κι ο έρωτας, ένας έρωτας όμως χαμηλόφωνος, ως έσχατη λύση και αναγκαίο κακό και για τους δύο πρωταγωνιστές, χωρίς πάθος και ένταση. Κι αυτός ο χαμηλών τόνων έρωτας όμως, στο τελευταίο μέρος της ταινίας  με τη βοήθεια και της πομπώδους μουσικής υπόκρουσης, παραφορτώνεται με πολλά μελοδραματικά στοιχεία, πιθανώς για να ικανοποιήσει τους θεατές της εποχής για να φτάσουμε τελικά σε ένα συμβατικό φινάλε χωρίς εκπλήξεις…
Κρίμα για τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών που δίνουν ότι μπορούν: ο Jean Gabin ξέρει καλά τα κατατόπια,  σε ένα ρόλο βέβαια που έχει ξαναπαίξει πολλές φορές , η Isa Miranda αινιγματική, γοητευτική και εύθραυστη, ενώ πραγματική αποκάλυψη είναι η Vera Talchi στο ρόλο της μικρής κόρης της, παρ’ ότι στο μέλλον δεν έκανε μεγάλη καριέρα …  Κρίμα και για το υπέροχο φυσικό σκηνικό των τειχών της Τζένοα, που δεν αξιοποιήθηκε όσο θα μπορούσε…
Ίσως να φταίει το γεγονός ότι νιώθεις ότι όλα αυτά κάπου τα έχεις ξαναδεί πολλές φορές και μάλιστα καλύτερα… ίσως πάλι τελικά η ταινία του Clément  να γέρασε άσχημα με την πάροδο του χρόνου. Πάντως από τον άνθρωπο που μόλις 2 χρόνια μετά έπαιξε με τα αριστουργηματικά “Απαγορευμένα Παιχνίδια”, θα περίμενε κανείς κάτι καλύτερο…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Γερασμένη από το χρόνο, ακροβατώντας ανεπιτυχώς ανάμεσα σε διάφορα στιλ και κινηματογραφικά ρεύματα, η ταινία βλέπεται πια μόνο για ιστορικούς λόγους από μανιώδεις σινεφίλ…

4/10