Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

14/7/13

The Company You Keep

Η εξαίρεση στον… κανόνα

2012, USA, 121 min
Ελληνικός Τίτλος: Ο Κανόνας της Σιωπής
Σκηνοθεσία: Robert Redford/Σενάριο: Lem Dobbs/Παίζουν: Robert Redford, Shia LaBeouf, Julie Christie, Susan Sarandon, Nick Nolte, Stanley Tucci, Chris Cooper, Terrence Howard, Anna Kendrick, Brendan Gleeson, Brit Marling, Sam Elliott

Ο Μπεν Σέπαρντ (Shia LaBeouf) ένας νεαρός φιλόδοξος δημοσιογράφος, αρχίζει να ερευνά σε βάθος τη σύλληψη της πρώην ακτιβίστριας Σάρον Σολάρζ (Susan Sarandon), ψάχνοντας για μια μεγάλη επαγγελματική επιτυχία. Οι έρευνες του τον οδηγούν στο Τζιμ Γκραντ (Robert Redford) έναν ηλικιωμένο δικηγόρο, για τον οποίο ανακαλύπτει ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για το Νικ Σλόαν, παλιό ακτιβιστή και συνεργάτη της Σολάρζ. Όμως ο Σλόαν εξαφανίζεται μετά τις αποκαλύψεις και ο Σέπαρντ αρχίζει να ακολουθεί τα ίχνη του σε μια πορεία διαφορετική απ’ αυτή που ο ίδιος είχε αρχικά φανταστεί…
Ο Robert Redford, ένας από τους πιο προοδευτικούς αμερικανούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες, με έντονη πολιτική δράση στο παρελθόν, επιστρέφει στη σκηνοθεσία στα 76 του χρόνια με ένα εξαιρετικό πολιτικό θρίλερ που ουσιαστικά ασχολείται με την περίφημη αντιεξουσιαστική αριστερίστικη οργάνωση Weather Underground, που άρχισε τη δράση της παράλληλα με τον πόλεμο του Βιετνάμ, με στόχο την ανατροπή της αμερικανικής κυβέρνησης. Οι μέθοδοι των Weathermen (όπως είναι πιο γνωστοί) βέβαια, κάθε άλλο παρά ειρηνικές ήταν, αφού αναλώθηκαν σε μια σειρά ληστειών και βομβιστικών επιθέσεων, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν το χαρακτήρα μιας τρομοκρατικής οργάνωσης. 

Ο Redford μεταφέρει στην οθόνη το ομώνυμο βιβλίο του Neil Gordon, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί μια ανοιχτή δίκη για τους Weather Underground, προσπαθώντας να αναλύσει τα κίνητρα και τις επιπτώσεις των πράξεων τους. Ακολουθώντας σε γενικές γραμμές το κλίμα του βιβλίου, ο Redford τοποθετεί τον ήρωα του ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν: οι πράξεις του παρελθόντος αποκαλύπτονται και ο Τζιμ/Νικ δεν μπορεί πια να συνεχίσει τη νέα ζωή που έχει διαλέξει. Προσπαθώντας να σώσει τη σχέση του με την 11χρονη κόρη του και να αποκαταστήσει το όνομα του, ο Νικ διασχίζει την Αμερική προσπαθώντας να εντοπίσει την παλιά του συνεργάτιδα και μεγάλο του χαμένο έρωτα. Στο οδοιπορικό αυτό έρχεται σε επαφή με τους παλιούς του συντρόφους που ζουν με νέες ταυτότητες όπως αυτός και ουσιαστικά κάνει τον απολογισμό και την αυτοκριτική ολόκληρης της οργάνωσης των Weathermen, που τα παλιά μέλη της είναι πια κουρασμένοι, βολεμένοι (;) μεσήλικες…
Πώς ξεκινά η επανάσταση; Οι μεγάλες αλλαγές μπορούν να έρθουν ειρηνικά ή η βία είναι αναγκαίο κακό; Ποια είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του ιδεαλισμού και της στυγνής τρομοκρατίας; Τι σημαίνει επανάσταση σήμερα; Τι απέγιναν οι επαναστάτες του χθες; Τα λάθη του παρελθόντος μπορεί να διορθωθούν; Σ’ αυτά τα μάλλον ρητορικά ερωτήματα προσπαθεί να δώσει απάντηση ο Redford μέσω του ήρωα του, ο οποίος βρίσκεται μετέωρος μεταξύ της αγάπης για την κόρη του και τα λάθη (;) του παρελθόντος. Σαφώς επηρεασμένος από τις αντίστοιχες “πολιτικές” ταινίες των 70s, σε κάποιες από τις οποίες υπήρξε πρωταγωνιστής (Τρεις μέρες του κόνδορα/1975, Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου/1976), καταφέρνει να χτίσει βήμα βήμα ένα βραδύκαυστο θρίλερ με υπόγεια ένταση, που όμως με πρόφαση την αστυνομική πλοκή βρίσκει την ευκαιρία να ψάξει βαθιά κάτω από την επιφάνεια. Χωρίς κραυγές ή διδακτισμούς, μιλώντας για ένα θέμα-φωτιά για το μέσο αμερικανό πολίτη, πετυχαίνει να ανοίξει έναν διάλογο με τη νέα γενιά (η σχέση του Νικ με το νεαρό δημοσιογράφο) που αφορά κυρίως τις ανθρώπινες επιλογές και όχι την ιδεολογική στράτευση. Η μελαγχολία που διατρέχει ολόκληρη την ταινία, από τα μουντά χρώματα της εξαιρετικής φωτογραφίας μέχρι την έκφραση των σκαμμένων από το χρόνο προσώπων των ηθοποιών, δίνει από μόνη της την απάντηση: Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Ορισμένα πράγματα δυστυχώς δε θα αλλάξουν ποτέ… η επανάσταση είναι προσωπική υπόθεση του καθένα μας, αλλά τα χρώματα της ξεθωριάζουν αναπόφευκτα με την πάροδο του χρόνου, όταν σταδιακά οι προσωπικές ανάγκες εκτοπίζουν τη δυναμική της όποιας ιδεολογίας.

Απόλυτα εναρμονισμένοι σ’ αυτό το κλίμα, οι πραγματικά σπουδαίοι ηθοποιοί του cast, φαίνεται ότι ξέρουν καλά τι κάνουν. Ξεχωρίζει η συγκινητική παρουσία της Julie Christie, ενώ η Susan Sarandon σε έναν πεντάλεπτο ρόλο δίνει πραγματικό ρεσιτάλ: το βλέμμα της τη στιγμή της σύλληψης της δίνει από μόνο του το στίγμα της ταινίας. Σταθερά καλός ο Redford, ενώ ο Shia LaBeouf παρ’ ότι φαίνεται να φοβάται λίγο την αναμέτρηση με όλα αυτά τα ιερά τέρατα πετυχαίνει μια αξιοπρεπή ερμηνεία.
Μέσα στον ορυμαγδό της τρομολαγνείας που έχει κατακλύσει τα τελευταία χρόνια το αμερικανικό σινεμά, ο Κανόνας της Σιωπής είναι η εξαίρεση στον κανόνα, μια από τις λίγες νηφάλιες και σκεπτόμενες προσπάθειες να τοποθετηθεί ένα τόσο σοβαρό θέμα στη σωστή του βάση. Μια ταινία για "ώριμους" θεατές.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ψύχραιμη, στιβαρή και αντικειμενική (όσο γίνεται) αντιμετώπιση του θέματος της τρομοκρατίας, φωτεινή εξαίρεση στον καταιγισμό από σκουπίδια που τα τελευταία χρόνια παράγει το Χόλιγουντ. Ο Redford σε μεγάλη φόρμα, κρατάει γερά…


8/10


12/7/13

World War Z

That’s entertainment

2013, USA/Malta, 116 min
Ελληνικός Τίτλος: Παγκόσμιος Πόλεμος Ζ
Σκηνοθεσία: Marc Forster/Σενάριο: Matthew Michael Carnahan, Drew Goddard, Damon Lindelof/ Παίζουν: Brad Pitt, Mireille Enos, Daniella Kertesz, Fana Mokoena, Moritz Bleibtreu, Matthew Fox

Ο Gerry Lane (Brad Pitt), ένας ιδιαίτερα προικισμένος υπάλληλος των Ηνωμένων Εθνών, είναι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μπορεί να σώσει την ανθρωπότητα από έναν ιό που μετατρέπει τους ανθρώπους σε αιμοδιψή ζόμπι. Χωρίς πολλά όπλα στα χέρια του και έχοντας στο μυαλό του την οικογένεια του που κινδυνεύει, θα προσπαθήσει σκληρά να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Θα τα καταφέρει άραγε;;;
Βαθιά πλέον μέσα στο καλοκαίρι, ήρθε λοιπόν η ώρα των blockbusters. Ταινίες υψηλού προϋπολογισμού που φτιάχνονται αποκλειστικά και μόνο  με στόχο τα ταμεία των multiplex και την εύπεπτη “διασκέδαση” -χωρίς βέβαια ιδιαίτερες καλλιτεχνικές απαιτήσεις και συνήθως υποτιμούν τη νοημοσύνη του θεατή. Μια ακόμα ταινία με ζόμπι λοιπόν. Μια θεματική που τα τελευταία χρόνια έχει κατακλύσει το Χόλιγουντ. Ζόμπι, βαμπίρ, δράκουλες, απέθαντοι έχουν βρει περίοπτη θέση στη σύγχρονη mainstream κινηματογραφική μυθολογία, σε αντίθεση με παλιότερες εποχές όπου κάποιες αντίστοιχες ταινίες έπρεπε να γίνουν cult για να τις δουν κάποιοι επιπλέον από το σταθερό κοινό των b-movies (χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίφημη “Νύχτα των ζωντανών-νεκρών”/1968,  του George A.Romero).

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Max Brooks (το οποίο βέβαια δεν έχει καμιά σχέση με μια περιπέτεια δράσης, αλλά παρουσιάζει μια σειρά υποθέσεων για το μέλλον του κόσμου στην περίπτωση που δέχονταν επίθεση από ζόμπι, μέσα από διάφορες συνεντεύξεις που παίρνει ο πρωταγωνιστής). Οι προσπάθειες για να γυριστεί η ταινία ξεκίνησαν από το 2006 όταν η εταιρία παραγωγής του Brad Pitt αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου, όμως η παραγωγή συνάντησε πολλά προβλήματα, ειδικά με τις συχνές αλλαγές των σεναριογράφων, αφού το αρχικό σενάριο κατέληξε στα σκουπίδια. Τελικά την ευθύνη ανέλαβε ο Matthew Michael Carnahan με τη βοήθεια μιας πολυπληθούς συγγραφικής ομάδας, μεταξύ των οποίων και ο εκ των σεναριογράφων του Lost, Damon Lindelof (όχι ότι αυτό βέβαια ήταν απαραίτητα πλεονέκτημα…). Η σκηνοθεσία ανατέθηκε στον Marc Forster, ο οποίος έγινε γνωστός με το πολύ καλό “O χορός των τεράτων”/2001, αλλά η συνέχεια δεν ήταν η αναμενόμενη, παρ’ ότι έχει σκηνοθετήσει αρκετές πετυχημένες εμπορικά ταινίες (Ψάχνοντας τη χώρα του Ποτέ/2004, Quantum of Solace/2008). Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στη Μάλτα το 2011, αλλά το φιλμ έκανε πρεμιέρα τον Ιούνιο του 2013, λόγω και νέων προβλημάτων που εμφανίστηκαν στην πορεία (στα γυρίσματα στη Βουδαπέστη αναφέρονται ακόμα και προβλήματα με την ουγγρική αστυνομία, που έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν στα γυρίσματα!!).

Με όλο αυτό τον αρνητικό θόρυβο που δημιουργήθηκε, οι προσδοκίες για την ταινία αναπόφευκτα έπεσαν στο ελάχιστο. Κι όμως τα φαινόμενα απατούν. Η ταινία παρέμεινε ζωντανή (sic) και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα καλού χολιγουντιανού action-movie,  καθώς ο Forster επέλεξε να φτιάξει μια ταινία δράσης, αφήνοντας κατά μέρος τα πώς και τα γιατί. Παρ’ όλο το πλήθος των σεναριογράφων, ο ρυθμός παραμένει σταθερός από την αρχή ως το τέλος, κρατώντας σε συνεχή ένταση και αγωνία το θεατή μέχρι την τελική  -έξυπνη- λύση του προβλήματος. Ο Forster χτίζει μερικές εντυπωσιακές σκηνές καταστροφής (από την εντυπωσιακή εισαγωγή με μια σκηνή καταδίωξης στους δρόμους της Φιλαδέλφεια, μέχρι τις εναέριες λήψεις της Ιερουσαλήμ-Βαλέτα και την επίθεση των ζόμπι στο ισραηλινό τείχος), ο διευθυντής φωτογραφίας του κάνει εξαιρετική δουλειά  φτιάχνοντας μια γκρίζα αποπνικτική ατμόσφαιρα που έχει κάτι από “Children of Men”, το computer animation είναι στις καλύτερες στιγμές του, ο Brad Pitt είναι πειστικός στο ρόλο του… τι άλλο θέλει κανείς για να περάσει καλά ένα καλοκαιρινό βράδυ; Βέβαια μ’ όλα αυτά, μη νομίζει κανείς ότι μιλάμε για κανένα αριστούργημα… και οι συνηθισμένες σεναριακές τρύπες υπάρχουν και τα απαραίτητα κλισέ του είδους (ο Gerry αφήνει την οικογένεια του απροστάτευτη και αναλαμβάνει την αποστολή να σώσει τον κόσμο γιατί μόνο αυτός μπορεί (…), το κοριτσάκι που πάσχει από άσθμα – φτάνει πια με το άσθμα, η εξέλιξη των χαρακτήρων είναι αναμενόμενη, το τέλος της ιστορίας προδιαγράφεται από πολύ νωρίς κλπ). Ακόμα η παρουσία των ζόμπι δεν προσθέτει κάτι στην ταινία, αντιπροσωπεύουν απλώς μια απειλή, η οποία θα μπορούσε να προέρχεται από οπουδήποτε αλλού (πχ. εξωγήινους, πιθήκους, τρελούς επιστήμονες). Τέλος ο Forster δεν τολμά ούτε στιγμή να ξεφύγει από τις συμβάσεις του action-movie και να κατεβάσει την κάμερα του λίγο κάτω από την επιφάνεια… κάποιες αμήχανες πολιτικές νύξεις δυστυχώς δεν είναι αρκετές για να απογειώσουν την ταινία πέρα από τα συμβατικά επίπεδα.
Σε μια καθαρόαιμη one man show ταινία, οι δεύτεροι ρόλοι περνούν αναπόφευκτα στο περιθώριο. Η Mireille Enos του The Killing, συμπαθής αλλά σε καθαρά διακοσμητικό ρόλο, ενώ όπως διάβασα στο cast συμμετέχει και ο Matthew Fox, τον οποίο ομολογώ ότι δεν πρόσεξα… Πάντως είναι εντυπωσιακό (άσχετο) ότι κανένας από τους πρωταγωνιστές του Lost δεν εξαργύρωσε την τεράστια επιτυχία της σειράς…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: That’s entertainment…by Hollywood… μακριά από άλλα αντίστοιχα καλοκαιρινά βλακώδη blockbuster, μια εξαιρετική επιλογή για ένα βράδυ σε θερινό κινηματογράφο…

6/10

29/6/13

Stoker

Πέρασε και δεν ακούμπησε…

2013, UK/USA, 99 min
Ελληνικός Τίτλος: Stoker
Σκηνοθεσία: Chan-wook Park/Σενάριο: Wentworth Miller/Παίζουν: Mia Wasikowska, Nicole Kidman, Matthew Goode, Phyllis Somerville, Alden Ehrenreich, Jacki Weaver, Dermot Mulroney

Η νεαρή και απόμακρη  Ίντια περνά μια πολύ δύσκολη φάση της ζωής της. Ο πατέρας της έχει μόλις σκοτωθεί σε ένα περίεργο δυστύχημα, ενώ η σχέση της με τη νευρωτική μητέρα της πάει από το κακό στο χειρότερο. Η Ίντια κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό της, μη μπορώντας να βρει διαύλους επικοινωνίας ούτε με τους συνομήλικους της. Η ξαφνική άφιξη του γοητευτικού θείου Τσάρλι, αδερφού του πατέρα της, την ύπαρξη του οποίου η Ίντια αγνοούσε, αλλάζει τις ισορροπίες. Ο Τσάρλι γοητεύει και τις δυο γυναίκες, ενώ η Ίντια σταδιακά ανακαλύπτει ότι ο θείος της καταδιώκεται από ένα πολύ σκοτεινό παρελθόν. Η ανακάλυψη αυτή όμως δείχνει να τη γοητεύει ακόμα περισσότερο…
Ήταν προφανές ότι κάποια στιγμή ο σημαντικός Κορεάτης σκηνοθέτης Chan-wook Park θα εξαργύρωνε την εισπρακτική και καλλιτεχνική επιτυχία της περίφημης τριλογίας της εκδίκησης (Η τελευταία εκδίκηση/2002, Oldboy/2003, Η εκδίκηση μιας κυρίας/2005) με ένα καλοπληρωμένο συμβόλαιο στο Χόλιγουντ. Η πρώτη του αμερικανική ταινία, Stoker, σε σενάριο του Wentworth Miller (του πρωταγωνιστή του Prison Break), είναι ένα βίαιο ψυχολογικό θρίλερ που φιλοδοξεί να βαδίσει στα χνάρια του μεγάλου Άλφρεντ Χίτσκοκ. 

Πράγματι οι αναφορές στο αριστούργημα του Χιτς “Shadow of a Doubt”/Στη σκιά μιας υποψίας (βλ. κριτική) είναι εμφανείς από τα πρώτα λεπτά: πρόκειται ουσιαστικά για μια ακόμα ταινία σεξουαλικής ενηλικίωσης, που βέβαια ο Park προσπαθεί να φέρει στα δικά του μέτρα. Η μοναχική και απόμακρη  Ίντια θα μπορούσε να είναι μια μετεξέλιξη της ηρωίδας της ταινίας του Χίτσκοκ, ενώ ο θείος Τσάρλι –εκτός ότι μοιράζεται το ίδιο όνομα με τον πρωταγωνιστή της πρώτης ταινίας- κουβαλάει κι αυτός ένα σκοτεινό και μυστηριώδες παρελθόν. Πέρα απ’ αυτά υπάρχουν διάφορες αναφορές σε άλλες ταινίες του Χίτσκοκ και ιδιαίτερα στο Ψυχώ (μια μύγα ζουζουνίζει έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου του θείου Τσάρλι, ο ίδιος ο Τσάρλι που εμφανισιακά αδρά παραπέμπει στο Νόρμαν Μπέιτς κλπ.). Παράλληλα με τις επιρροές του Χίτσκοκ όμως, ο τίτλος της ταινίας (από το επώνυμο της οικογένειας) δε μπορεί παρά να παραπέμπει στο Δράκουλα του Bram Stoker, ενώ κάποιες σκηνές είναι θαρρείς βγαλμένες από τις πρόσφατη βαμπιρική μυθολογία -χαρακτηριστικό παράδειγμα ο φόνος του Γουίπ (γιατί άραγε; )… Μέσα σ’ αυτό το μπαράζ σινεφίλ αναφορών πάντως, ο Park προσπαθεί να αναδείξει τους άξονες της προσωπικής του προβληματικής: νοσηρή ατμόσφαιρα στα όρια της διαστροφής, εξίσου νοσηροί και αινιγματικοί χαρακτήρες, σεξουαλική ένταση, υποβόσκουσα βία με έντονα ξεσπάσματα. Όπως μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς για να μπορέσουν όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία να συνυπάρξουν αρμονικά σε μια ταινία και να μην καταλήξουν ξεκάρφωτα και αχρείαστα ευρήματα, χρειάζεται ένα στιβαρό και μεστό σενάριο και μια εξίσου εμπνευσμένη σκηνοθεσία. Δυστυχώς όμως ο Wentworth Miller χάνει από την αρχή το παιχνίδι… σεναριακές τρύπες παντού, αλλοπρόσαλλοι χαρακτήρες που δεν υποστηρίζονται από το σενάριο και δεν πείθουν με τίποτα, κάποιες ξέμπαρκες νότες ψυχανάλυσης και δυο τρεις επαναλαμβανόμενοι προφανείς συμβολισμοί (τα παπούτσια που γίνονται γόβες κλπ.), προβλέψιμοι και βαρετοί διάλογοι και εξίσου προβλέψιμη εξέλιξη… ο δε Park πάλι δείχνει να μην ενδιαφέρεται καθόλου για όλα αυτά… επικεντρώνει την προσοχή του στο οπτικό αποτέλεσμα και μόνο –το οποίο ώρες ώρες είναι εντυπωσιακό, χωρίς να ασχοληθεί καθόλου με την ουσία… έντονες χρωματικές αντιθέσεις, παιχνίδια με την κάμερα, απειλητική ηχητική μπάντα αυξομειούμενης έντασης, νευρώδες μοντάζ αλλά με συνεχείς εναλλαγές εικόνων χωρίς ειρμό και λογική, κοντινά καδραρίσματα σε αντικείμενα που υποτίθεται ότι αυξάνουν την ένταση, λουλούδια που αλλάζουν χρώμα, μια λάμπα που κινείται πέρα δώθε χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αυγά που σπάνε σαν σε μέρος μιας θρησκευτικής τελετουργίας, όλα αυτά ενώ αρχικά δημιουργούν προσδοκίες για τη συνέχεια και εντυπωσιάζουν, περνώντας η ώρα καταρρέουν σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα, όταν καταλαβαίνεις ότι μόνο αυτό θα βλέπεις ως το τέλος. Και πράγματι αυτή είναι και η μόνη φιλοδοξία του Park: να δημιουργήσει έναν ζωγραφικό πίνακα απόλυτης αλλά ψυχρής ομορφιάς, να κάνει μια ταινία με στόχο να εντυπωσιάσει οπτικά με το αψεγάδιαστο στιλ της, αλλά αυτό που πετυχαίνει τελικά είναι να δημιουργήσει μια πολύχρωμη φούσκα που όταν σκάσει με θόρυβο δε θα μείνει τίποτα που να μας τη θυμίζει. Ανασφάλεια; Ματαιοδοξία; Αυτό μένει να αποδειχτεί στο μέλλον…

Οι χαρακτήρες της ταινίας και κατά συνέπεια οι ηθοποιοί που τους υποδύονται μένουν μετέωροι μπροστά σ’ αυτό το στιλιστικό παραλήρημα. Η Mia Wasikowska πάντως προσπαθεί περισσότερο απ’ όλους, αλλά δεν αποφεύγει την τυποποίηση αφού από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας έχει το ίδιο απόκοσμο βλέμμα χωρίς σχεδόν καμιά έξαρση. Η Nicole Kidman επιστρατεύει πολλές φορές τη γνωστή υπερβολή που τη χαρακτηρίζει στις τελευταίες εμφανίσεις της, όμως εν μέρει δικαιολογείται αφού ο χαρακτήρας της κινείται στα όρια της καρικατούρας. Ο δε Matthew Goode – ο χειρότερος όλων- περιφέρει την υποτιθέμενη γοητεία του με ένα άνευρο μπλαζέ υφάκι και δεν πείθει με τίποτα ως επικίνδυνος ψυχοπαθής. Πάντως σοβαρή κριτική για τις ερμηνευτικές επιδόσεις των πρωταγωνιστών δε μπορεί να γίνει, αφού η σχεδόν πλήρης απουσία σεναριακής στήριξης και αιτιολόγησης των πράξεων τους, τους στερεί τη δυνατότητα για μια πραγματικά καλή ερμηνεία.
Είναι φανερό ότι ο Chan-wook Park αγαπά το Χίτσκοκ. Είναι όμως ηλίου φαεινότερο ότι η αγάπη και ο θαυμασμός για το έργο του Χίτσκοκ δεν αρκούν για να κάνει κανείς μια μεγάλη ταινία. Ειδικά όταν το σενάριο σου είναι τουλάχιστον ανεπαρκές, σε σχέση με τα δουλεμένα λέξη προς λέξη σενάρια των ταινιών του Χιτς.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η πρώτη αμερικανική ταινία του Chan-wook Park είναι ένα εξωφρενικά στιλιζαρισμένο δημιούργημα , με ένα παντελώς ανεπαρκές σενάριο και καμία απολύτως ουσία. Ίσως μια πρόσκαιρη απόλαυση για τον αμφιβληστροειδή κάποιων, αλλά τίποτα παραπάνω.


3,5/10

1/6/13

Safe Haven

Με ένα Άρλεκιν ξεχνιέμαι…

2013, USA, 115min
Ελληνικός Τίτλος: -
Σκηνοθεσία: Lasse Hallström/Σενάριο: Dana Stevens, Gage Lansky/Παίζουν: Josh Duhamel, Julianne Hough, David Lyons, Noah Lomax, Mimi Kirkland, Robin Mullins, Juan Piedrahita

Η νεαρή Έριν, μια γυναίκα με ένα μυστηριώδες παρελθόν, καταφεύγει κυνηγημένη σε ένα απομονωμένο ψαροχώρι της Βόρειας Καρολίνας. Η γνωριμία της με τον Άλεξ, έναν γοητευτικό χήρο με δυο παιδιά, που προσπαθεί να ξεπεράσει το θάνατο της γυναίκας του, δείχνει να βάζει τη ζωή της σε νέα βάση. Όμως τα λάθη του παρελθόντος συνεχίζουν να την καταδιώκουν. Μυστικά και ψέματα θα βγουν στην επιφάνεια με απρόβλεπτες (;) συνέπειες…
Αν ψάχνετε κάποιες επί πλέον πληροφορίες για την ταινία, πρέπει να ξέρετε  ότι η πρεμιέρα της στην Αμερική έγινε στις 14 Φεβρουαρίου του 2013 (…), ενώ είναι βασισμένη σε βιβλίο του γνωστού και μη εξαιρετέου Nicholas Sparks… ο συγγραφέας του “The Notebook” ξαναχτυπά…  Είναι σαφές ότι ο 48χρονος Sparks, ο οποίος έχει γράψει ήδη 17 βιβλία εκ των οποίων 8 (!!) έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο (Το ημερολόγιο, Νύχτες στη Ροδάνθη, Μήνυμα στο μπουκάλι, Αγαπημένε Τζον, Δικός σου για πάντα κλπ.), έχει καταφέρει βρει το μυστικό της επιτυχίας. Τα συστατικά φυσικά παραμένουν πάντα τα ίδια: δροσερές φάτσες, υπέροχα τοπία, μοναχικές πλην ευαίσθητες ψυχές που θέλουν και δε θέλουν, καραμελωμένα ρομάντζα στο σεληνόφως, ένα σκοτεινό παρελθόν που κυνηγά τους ήρωες και φυσικά ο έρωτας που νικάει στο τέλος τα πάντα. Και αν στο Ημερολόγιο η συνταγή λειτούργησε με απόλυτη επιτυχία και ανέδειξε και δυο νέους μεγάλους σταρ (Ryan Gosling/Rachel McAdams), αφού η ταινία διέθετε εκτός των άλλων και ένα αξιοπρεπές σενάριο, η συνεχής επανάληψη των ίδιων μοτίβων στις επόμενες ταινίες καταντά τουλάχιστον κουραστική και εκνευριστική. Στο Safe Haven, για να δέσει το γλυκό, τη σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο άλλοτε πολύς  Lasse Hallström (Τα ναυτιλιακά νέα, Chocolat, Θέα στον ωκεανό) στη δεύτερη συνεργασία του με το Sparks την τελευταία 3ετία, ένας από τους πιο υπερεκτιμημένους σκηνοθέτες των 90s, που πάντα φλέρταρε διακριτικά με το μελό και το συναισθηματικό εκβιασμό του θεατή, αλλά εδώ ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.

Το βασικότερο πρόβλημα της ταινίας όμως, εκτός από τη γλυκερή και παντελώς αδιάφορη σκηνοθετική ματιά του Hallström, έχει να κάνει με το σενάριο, το οποίο πέρα από τη γραφική απλοϊκότητα του και την παρέλαση κάθε είδους κλισέ, μοιάζει τόσο πολύ με το πρόσφατο “The Lucky One”(Δικός σου για πάντα), που προκαλεί τα νεύρα μας. Τα δύο twist της ταινίας δε,ειδικά αυτό του τέλους, προκαλούν γέλιο μέχρι δακρύων αντί να κορυφώσουν την ένταση... Οι χαρακτήρες φυσικά είναι χάρτινοι και μονοδιάστατοι και η πορεία τους εντελώς προδιαγεγραμμένη από την αρχή.  Αν προσθέσει κανείς και κάποιες υπερβολές που υποτιμούν τη νοημοσύνη του θεατή η εικόνα ολοκληρώνεται… Η Έριν λοιπόν κατηγορούμενη για φόνο (…μήπως τελικά είναι αθώα;), καταφεύγει σε ένα γραφικό ψαροχώρι της Βόρειας Καρολίνας για να ξαναρχίσει τη ζωή της όπου γνωρίζει το χήρο Άλεξ που έχασε τη γυναίκα του από καρκίνο (…) και προσπαθεί να προσαρμοστεί στη μοναχική του ζωή μαζί με τα δυο παιδιά του και τον απαραίτητο γηραιό θείο του. Οι δύο χτυπημένοι από τη μοίρα πρωταγωνιστές ερωτεύονται (αν και αυτή στην αρχή δε θέλει, αλλά τελικά θέλει, ο μεγάλος γιος του Άλεξ στην αρχή επίσης δεν τη δέχεται, αλλά τελικά τη δέχεται κλπκλπ.). Φυσικά το παρελθόν της νεαράς κάνει την εμφάνιση του κάποια στιγμή με τη μορφή του ψυχοπαθή (για τα σίδερα) πρώην συζύγου, ενώ το καλύτερο απ’ όλα, που προσφέρει και μια μεταφυσική (!!) νότα στο πόνημα είναι η σχέση της Έριν με μια γειτόνισσα της που παίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στην ιστορία. 

Στα πλαίσια αυτού του γραφικού σεναρίου, οι καημένοι οι πρωταγωνιστές παρ’ όλη την αξιοπρεπή χημεία μεταξύ τους, διεκπεραιώνουν απλά τους ρόλους τους χωρίς να μπορούν να προσφέρουν κάτι παραπάνω. Ο Josh Duhamel που φυσικά δεν έχει καμιά σχέση με τον Ryan Gosling είναι απλά ανεκτός, ενώ η νεαρή Julianne Hough είναι συμπαθής αλλά τίποτα περισσότερο.
Ο Lasse Hallström, διεκπεραιωτικός όσο ποτέ, παραδίδει μια ταινία-χαλασμένο σιροπιαστό, που μετά τις πρώτες μπουκιές προκαλεί στομαχικές διαταραχές στο θεατή. Τώρα πώς αυτό το φιλμ έχει κάνει ως τώρα στην Αμερική κοντά στα 70 εκατομμύρια δολάρια εισπράξεις είναι άλλο θέμα… Αν είστε πραγματικά απελπισμένοι ή ζείτε τον πρώτο εφηβικό έρωτα, μπορεί να αντέξετε να το δείτε στην τηλεόραση, αφού στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες δεν προβλέπεται να εμφανιστεί. Αλλιώς…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Γλυκερή, άχρωμη, παντελώς προβλέψιμη rom-com που ώρες ώρες υποτιμά απροκάλυπτα τη νοημοσύνη μας. Ούτε με ποπ-κορν και ζαχαρωτά δεν αντέχεται…


2,5/10
                                                                                                                               

14/5/13

Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού

Πείνα...

2012, Ελλάδα, 80 min
Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος/Σενάριο: Έκτορας Λυγίζος /Παίζουν: Γιάννης Παπαδόπουλος, Λίλα Μπακλέση, Κλεοπάτρα Περάκη, Βαγγέλης Κομματάς, Χαράλαμπος Γωγιός

Ένας 22χρονος νέος (Γιάννης Παπαδόπουλος) ζει μόνος σε ένα διαμέρισμα της Αθήνας του σήμερα, μαζί με ένα καναρίνι. Βρίσκεται σε τρομερό οικονομικό αδιέξοδο. Οι προσπάθειες του να βρει δουλειά είναι αποτυχημένες, ενώ οι απλήρωτοι λογαριασμοί συσσωρεύονται. Σταδιακά φτάνει στο έσχατο σημείο της πείνας, καταλήγοντας να μοιράζεται με το καναρίνι του τα σπόρια με τα οποία αυτό τρέφεται. Παρ’ όλα αυτά όμως προσπαθεί και καταφέρνει να μην χάσει ποτέ την αξιοπρέπεια του…
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Έκτορα Λυγίζου με αξιοπρόσεκτη διεθνή καριέρα σε πάνω από 30 κινηματογραφικά φεστιβάλ, είναι αυτό που κοινότοπα θα αποκαλούσε κάποιος μια δυνατή γροθιά στο στομάχι. Εμπνευσμένο εν πολλοίς από το μυθιστόρημα “Η πείνα” του Νορβηγού Knut Hamsun, που γράφτηκε στο μακρινό 1890 και γνώρισε δύο τουλάχιστον κινηματογραφικές μεταφορές (1966, 1991), η ταινία αποτελεί μια ωμή, ρεαλιστική καταγραφή των συνεπειών της ελληνικής οικονομικής κρίσης, παράλληλα όμως και έναν ύμνο στην προσπάθεια ενός ανθρώπου να παραμείνει άνθρωπος, διατηρώντας την αξιοπρέπεια του κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες.

Ο ήρωας του Λυγίζου είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν ανήκει σε καμιά από τις γνωστές “ομάδες υψηλού κινδύνου”, γι αυτό προκαλεί την ανησυχία και το ενδιαφέρον του θεατή. Είναι πρακτικά ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ζει μόνος του από επιλογή (;). Όπως μπορεί κανείς να καταλάβει, προέρχεται από μια μάλλον εύπορη οικογένεια, με την οποία   όμως δεν τον συνδέει   πια τίποτα, εκτός από μερικές φωτογραφίες στον υπολογιστή του  και κάποια βουβά τηλεφωνήματα προς τη μητέρα του. Έχει μια καλλιεργημένη φωνή κόντρα-τενόρου, δεν μπορεί όμως να την αξιοποιήσει βρίσκοντας δουλειά. Καταφέρνει όμως να βρει μια δουλειά σε μια τηλεφωνική εταιρία, την οποία όμως εγκαταλείπει, αφού αυξάνει το προσωπικό του αδιέξοδο. Η πείνα του σταδιακά γίνεται τόσο έντονη σε βαθμό που επηρεάζει και τον ψυχικό του κόσμο. Δεν ζητιανεύει ποτέ. Τρέφεται από πεσμένα σύκα από τη συκιά του ακάλυπτου, από λίγη ζάχαρη που κλέβει από ένα γέρο γείτονα και τελικά από την τροφή του καναρινιού του, πάντα όμως μοιράζεται  την όποια τροφή του με το πουλί. Περιπλανώμενος  στην Αθήνα παρακολουθεί και ερωτεύεται μια κοπέλα η οποία προσπαθεί να τον βοηθήσει, αλλά τελικά η συμπεριφορά του την τρομάζει και την απομακρύνει. Η προφανής ανάγκη του για επικοινωνία και αγάπη επικαλύπτεται από την πείνα του, που παραλύει όλες του τις αισθήσεις.

Ο Λυγίζος δεν ενδιαφέρεται για τις αιτίες που οδήγησαν τον ήρωα του σ’ αυτήν την κατάσταση. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι το τώρα, η πείνα του ήρωα δηλαδή και η προσπάθεια του να επιβιώσει, κρατώντας όμως ζωντανή την ανθρωπιά του.  Όπως λέει και ο ίδιος σε μια συνέντευξη του, η πείνα είναι κινητήρια δύναμη, ενώ η αξιοπρέπεια και ο εγωισμός είναι εχθροί του ήρωα, γιατί δεν του επιτρέπουν να μιλήσει για το πρόβλημα του, να εκτεθεί δηλαδή συναισθηματικά. Με αριστοτεχνική χρήση της κάμερας στο χέρι, σφιχτό μοντάζ και ελάχιστο διάλογο, ο σκηνοθέτης παρακολουθεί στενά τον πρωταγωνιστή του, σχεδόν χορογραφώντας  κάθε του κίνηση. Όπως το ταραγμένο μυαλό του αγοριού είναι μετέωρο ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παραίσθηση, έτσι και ο Λυγίζος ακροβατώντας ανάμεσα στη ρεαλιστική -ως ωμή καμιά φορά- απεικόνιση της ζωής του ήρωα και στην αλληγορία (χρησιμοποιώντας κάποιους ομολογουμένως προφανείς αλλά εύστοχους συμβολισμούς – το πουλί στο κλουβί/το αγόρι στο “κλουβί”, η προβολή του αγοριού στο καναρίνι, η ελληνική σημαία σκεπάζει το κλουβί), χωρίς να καταφεύγει σε κουνήματα του δαχτύλου ή μελοδραματικά ξεσπάσματα, καταφέρνει να μας κρατά καρφωμένους στη θέση μας με τη δύναμη των εικόνων του και μόνο, ξεπερνώντας τις όποιες ενστάσεις ή απορίες για τις πράξεις και τις επιλογές του ήρωα, ειδικά όταν αυτές υπερβαίνουν το μέτρο. Απορίες βέβαια που προκύπτουν αβίαστα και δικαιολογημένα, αφού οι αναφορές στην προηγούμενη ζωή του αγοριού είναι ελάχιστες και δεν καλύπτουν ούτε τα απολύτως απαραίτητα που θα οδηγήσουν το θεατή στην ουσιαστική κατανόηση των κινήτρων και της ψυχολογίας του, πέρα από το άμεσο πρόβλημα του.
Η μεγαλύτερη επιτυχία του Λυγίζου όμως, είναι η επιλογή του Γιάννη Παπαδόπουλου για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Βοηθούμενος και από την εξωτερική του εμφάνιση δίνει μια πραγματικά συγκλονιστική ερμηνεία, παρ’ ότι η κάμερα τον ακολουθεί συνέχεια σε απόσταση αναπνοής. Από την εκπληκτική σκηνή της εκκλησίας ως και την πιο αμφιλεγόμενη στιγμή της ταινίας, του on camera -αχρείαστου- αυνανισμού του, αποπνέει τη συγκρατημένη θλίψη, την αθωότητα αλλά και την εσωτερική δύναμη ενός έκπτωτου αγγέλου του περιθωρίου, ενός παιδιού που προσπαθεί να επιβιώσει διατηρώντας αναλλοίωτη την ανθρωπιά του και καταφέρνει να αγγίξει την καρδιά και το μυαλό μας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Τουλάχιστον πολλά υποσχόμενο αν όχι εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο του Έκτορα Λυγίζου, χωρίς αμφιβολία η καλύτερη ελληνική ταινία της χρονιάς, “Tο αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού” καθηλώνει και σοκάρει με την δύναμη των εικόνων του.

7,5/10

23/4/13

Great Expectations

Ξανά;

2012, UK/USA, 128min
Ελληνικός Τίτλος: Μεγάλες Προσδοκίες
Σκηνοθεσία: Mike Newell/Σενάριο: David Nicholls/Παίζουν: Jeremy Irvine, Ralph Fiennes, Helena Bonham Carter, Robbie Coltrane, Holiday Grainger, Jason Flemyng, Olly Alexander, Sally Hawkins,Toby Irvine, Helena Barlow

Ο Πιπ (Jeremy Irvine) είναι ένας ορφανός νεαρός που μεγαλώνει στην αγγλική επαρχία το 19ο αιώνα, υπό την επίβλεψη της αυστηρής αδερφής του και του καλόκαρδου γαμπρού του. Η παιδική του ηλικία στιγματίζεται από τη σύντομη συνάντηση του με ένα δραπέτη θανατοποινίτη, το Μάγκουιτς (Ralph Fiennes). Αργότερα βρίσκεται να περνάει πολύ χρόνο στο σπίτι της παράξενης μις Χάβισαμ (Helena Bonham Carter), όπου γνωρίζει και ερωτεύεται την πανέμορφη αλλά ψυχρή Εστέλα. Όταν ο Πιπ ενηλικιώνεται, γίνεται αποδέκτης μιας τεράστιας δωρεάς από κάποιον άγνωστο ευεργέτη, που σκοπό έχει να τον μεταμορφώσει σε τζέντλεμαν. Ο Πιπ πηγαίνει στο Λονδίνο πιστεύοντας ότι πίσω απ’ όλα αυτά κρύβεται η Μις Χάβισαμ, αλλά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι…
Τα αποσιωπητικά μάλλον είναι περιττά, αφού οι περισσότεροι από μας έχουν έρθει με κάποιο τρόπο σε επαφή με το γνωστότερο ίσως μυθιστόρημα του Charles Dickens, είτε διαβάζοντας το, είτε έχοντας παρακολουθήσει κάποια από τις πολλές μεταφορές του στον κινηματογράφο, το θέατρο ή την τηλεόραση. Ο Ντίκενς πάντα υπήρξε από τους πιο αγαπημένους συγγραφείς των στούντιο, αφού τα βιβλία του διακρίνονται εκτός από την “κινηματογραφική” τους πλοκή και για το προσεκτικό χτίσιμο των χαρακτήρων τους. Ο μακρύς κατάλογος περιλαμβάνει 7 (!) προηγούμενες μεταφορές του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη, με γνωστότερη αυτή του 1946 από τον David Lean (John Mills, Martita Hunt, Alec Guinness, Jean Simmons), ενώ προηγήθηκαν δύο μη ομιλούσες ταινίες (1917, 1922), η εκδοχή του 1934 με σκηνοθέτη τον Stuart Walker και ακολούθησαν οι διασκευές του 1974 (Joseph Hardy/Michael York, James Mason, Vera Miles), του 1989 (Kevin Connor/Anthony Hopkins, Jean Simmons) και η πιο πρόσφατη και “πειραγμένη” του 1998 (Alfonso Cuarón/Ethan Hawke, Gwyneth Paltrow). Φυσικά υπάρχουν ακόμα περισσότερες διασκευές του μυθιστορήματος για το θέατρο και την τηλεόραση. Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο ο Mike Newell (Χορεύοντας μ’ έναν ξένο, Μαγεμένος Απρίλης, 4 γάμοι και μια κηδεία, Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς) αποφάσισε να παρουσιάσει και μια δική του εκδοχή παραμένει αδιευκρίνιστος. Βέβαια κάθε καινούργια ματιά σε ένα κλασικό έργο είναι πάντα καλοδεχούμενη, ακόμα κι αν αυτή ανήκει σε ένα σκηνοθέτη που όσο φρέσκος και νεωτεριστής ήταν στην αρχή της καριέρας του, τόσο κουρασμένος και διεκπεραιωτικός  εμφανίζεται στις τελευταίες δουλειές του. Όταν όμως αυτή η νέα ανάγνωση δεν έχει να προσθέσει τίποτα καινούργιο σ’ αυτά που έχουν ήδη ειπωθεί στο παρελθόν, τότε πραγματικά η αναγκαιότητα της ύπαρξης της αμφισβητείται. 

Ο Newell επιλέγει να μείνει προσκολλημένος στο ύφος και την πλοκή του βιβλίου, σκηνοθετώντας εντελώς ακαδημαϊκά χωρίς νεωτερισμούς ή εκπλήξεις. Η αναπαράσταση της εποχής είναι αξιοπρεπής, αλλά ανέμπνευστη και κοινότοπη. Ξεκινώντας την ιστορία του από τη σκηνή του νεκροταφείου και τη συνάντηση του Πιπ με τον Μάγκουιτς, ο σκηνοθέτης αναλώνεται στη συνέχεια για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια μάλλον βαρετή και ανούσια περιγραφή της ζωής του ήρωα με την αδερφή του και το γαμπρό του, τις επισκέψεις του στο σπίτι της μις Χάβισαμ και τη γνωριμία του με την Εστέλα, ενώ στο δεύτερο μισό της ταινίας όταν ο Πιπ μεγαλώνει και εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου το σεναριακό υλικό είναι σαφώς ογκωδέστερο και πιο ενδιαφέρον, η δομή της ταινίας γίνεται αποσπασματική και ο ρυθμός αυξάνει αδέξια, ενώ οι αποκαλύψεις έρχονται σαν ριπές πολυβόλου. Παρακολουθώντας την ταινία έχεις την αίσθηση ότι το σχέδιο του Newell ήταν να γυρίσει μια ταινία 4-5 ωρών, αλλά ξαφνικά ξέμεινε από χρόνο ή χρήμα και αναθεώρησε τα αρχικά του πλάνα(...). Παρ’ ότι δε ολόκληρη η ταινία περιστρέφεται γύρω από τον κεντρικό ήρωα, ο Newell αποτυγχάνει να αποδώσει πειστικά τις λεπτές αποχρώσεις του χαρακτήρα του και την καταλυτική επίδραση ορισμένων γεγονότων στην εξέλιξη της προσωπικότητας του. Οι Μεγάλες Προσδοκίες δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα παραμύθι ενηλικίωσης: το πέρασμα του Πιπ από την εφηβεία στην ωριμότητα, η ξαφνική επαφή του με το χρήμα, η σχέση του με την Εστέλα και οι αρνητικές επιπτώσεις της επάνω του, η φιλία του με τον Χέρμπερτ Πόκετ και η πατρική σχέση του με τον Τζο, αποτελούν ένα πρώτης τάξεως υλικό για να χτίσει κανείς ένα χαρακτήρα, δυστυχώς όμως η προσέγγιση του Newell είναι μόνο επιφανειακή, χωρίς καμιά διάθεση να ψάξει πέρα από το προφανές. Συνυπεύθυνος γι’ αυτό βέβαια, είναι και ο Jeremy Irvine, ο οποίος δεν έχει την πείρα ή ίσως και το ταλέντο για να σηκώσει στις πλάτες του ένα τέτοιο ρόλο -αφού ουσιαστικά ολόκληρη η ταινία είναι χτισμένη πάνω του, παραμένοντας άχρωμος, ξύλινος και ανέκφραστος  σ’ όλη τη διάρκεια της. Αναπόφευκτα, οι υπόλοιποι ενδιαφέροντες χαρακτήρες του βιβλίου παραμένουν στη σκιά, χάρτινοι και μονοδιάστατοι: ο Ralph Fiennes χτίζει βέβαια έναν απολαυστικό Μάγκουιτς, αλλά απ’ αυτόν δε θα περίμενε κανείς κάτι λιγότερο. Η Helena Bonham Carter, από τη μια μάλλον δεν ταιριάζει ηλικιακά στο ρόλο της μις Χάβισαμ, από την άλλη με τη γνωστή υπερβολή που τη διακρίνει, φτάνει το ρόλο στα όρια της καρικατούρας. Εντελώς απαρατήρητη περνά η Holiday Grainger στο ρόλο της Εστέλα, κάτι που όμως συμβαίνει και με την ηρωίδα που υποδύεται (…), καθώς η παρουσία της εξαντλείται σε κάποια απόκοσμα καδραρίσματα της ψυχρής ομορφιάς της. Τέλος φιλότιμες προσπάθειες κάνουν ο Robbie Coltrane στο ρόλο του δικηγόρου Τζάγκερς και ο Olly Alexander στο ρόλο του Πόκετ, αλλά οι ρόλοι τους παραμένουν απλή αναφορά στο σενάριο.

Όταν αποφασίζεις να μεταφέρεις για πολλοστή φορά ένα πασίγνωστο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα στον κινηματογράφο, θα περίμενε κανείς ότι θα προσπαθήσεις να του δώσεις μια νέα πνοή, να το “πειράξεις” δημιουργικά, όπως προσπάθησε να κάνει ο Alfonso Cuarón στην προηγούμενη βερσιόν ή ακόμα και ο Joe Wright στην πρόσφατη Anna Karenina, άσχετα αν τα εγχειρήματα αυτά στέφθηκαν από επιτυχία… Ο Mike Newell αποφασίζοντας να ακολουθήσει την πεπατημένη, μπαίνει αναπόφευκτα στη λογική των συγκρίσεων με το προ 70ετίας αριστούργημα του David Lean και φυσικά βγαίνει αμέσως νοκ άουτ.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ανέμπνευστη, διεκπεραιωτική και εν τέλει βαρετή μεταφορά του μυθιστορήματος του Ντίκενς, χωρία κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης. Δείτε καλύτερα ξανά τη βερσιόν του 1946…

4/10